Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023

Θηλιά

 



Και τώρα...

που άνοιξε η πόρτα και μπορείς να πετάξεις

και να φτάσεις ως εκεί που η επιθυμία σου ονειρεύτηκε...

Γιατί στέκεσαι;

Γιατί δεν προχωράς;

Γιατί το βήμα σκοντάφτει

κι η ψυχή δεν τολμά να πετάξει;

Γιατί τα φτερά βαραίνουν;

Να δες...

Σπασμένες κομμάτια οι αλυσίδες μετέωρες στέκουν δεν σε ακουμπάνε

Να δες...

Και τα τέρατα στων παραμυθιών τις σελίδες ξαναχώθηκαν μια για πάντα.

Μα αυτή η αόρατη κλωστή που δεν βλέπει κανείς αυτή... 

ακόμη δεμένο σε κρατά... 

διαλύει τα φτερά... 

Βήμα, κενό, βουτιά...

Κι απ' την αρχή ξανά...

τις αλυσίδες κρίκο κρίκο ενώνει στο λαιμό ακόμη πιο σφικτά θηλιά...

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Καρδιές στον ουρανό.


 


Μια σειρήνα ούρλιαζε δίπλα στο αυτί μου.

"Τι στο καλό;" αναρωτήθηκα

"Τι συμβαίνει πάλι;"

Δίπλα μου το κινητό θαρρείς και θα ανατιναζόταν.

Μήνυμα από το 112

"Πάλι κανένα έκτακτο καιρικό φαινόμενο" σκέφτηκα.

Άρπαξα με νεύρα την συσκευή.


"Αγνώστου προελεύσεως αντικείμενο εισήλθε στον εναέριο χώρο! Προσοχή!! Κίνδυνος!! Όχι άσκοπες μετακινήσεις μέχρι να εντοπιστεί και να αναχαιτιστεί"


Κοίταξα από το παράθυρο έξω.

Ένας πανικός!

Οι γείτονες ήδη είχαν φτιάξει βαλίτσες και τις έσπρωχναν μανιωδώς μέσα στα αυτοκίνητα...

Γέλασα ενθυμούμενη το μήνυμα που έλεγε "όχι άσκοπες μετακινήσεις".

Αλλά εντάξει, η ανθρώπινη ψυχολογία δεν προσαρμόζεται σε διαταγές όταν κάτι έχει να κάνει με την επιβίωση της. Ποιον να εμπιστευτεί εξάλλου; Τι ξέρουν περισσότερο οι κυβερνήσεις; Τίποτα! Κανένας δεν μπορεί να ξέρει τι θα πρέπει να κάνεις σε τέτοιες περιπτώσεις.

Βγήκα στο μπαλκόνι και τους παρακολουθούσα για λίγα λεπτά όταν άκουσα μια φωνή δίπλα μου.

"Θα φύγεις και συ;"

Η κοπέλα από το διπλανό διαμέρισμα με δύο μικρά παιδάκια αγκιστρωμενα πάνω στα πόδια της κι ένα στην αγκαλιά έχασκε κάτασπρη σαν πεθαμένη.

"Που να πάω με τρία παιδιά; Ο άντρας μου είναι ταξίδι θα γυρίσει την άλλη βδομάδα" μονολογούσε σχεδόν.

Ο άντρας της οδηγός σε νταλίκα έλειπε πολύ συχνά. Τους γνώριζα από την μέρα που είχα μετακομίσει σε αυτό το σπίτι πριν έξι χρόνια. Άλλαζα συχνά κατοικία μα αυτή η γειτονιά ήταν ήρεμη και φιλική και δεν είχα σκοπό να φύγω από εδώ σύντομα, εκτός εάν...

"Αν φύγεις θα έρθω μαζί σου, φοβάμαι μόνη" έκοψε τις σκέψεις μου η κοπέλα.

Γύρισα και την κοίταξα σοβαρά.

"Δεν θα πας πουθενά! Και μη φοβάσαι! Τίποτα δε θα συμβεί κακό!"

"Πώς το λες αυτό; Μάλλον δεν είδες από πάνω μας τι γίνεται" με διόρθωσε και μου έδειξε ψηλά στον ουρανό.

Σήκωσα τα μάτια μου και τότε μόνο το είδα.

Είδα αυτό που είχε κατατρομάξει την ήσυχη γειτονιά μου και είχε κάνει τους γείτονες μου να έχουν ήδη όλοι πακετάρει και εξαφανιστεί.

Ένα τεράστιο αντικείμενο στον ουρανό σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας, κόκκινο σαν φωτιά στριφογύριζε ασταμάτητα.

"Μπες μέσα στο σπίτι έρχομαι σε δύο λεπτά" της είπα βιαστικά κι εκείνη με υπάκουσε σαν υπνωτισμένη.

Πήρα μια βαλίτσα που είχα πάντα έτοιμη για ώρα ανάγκης και βγήκα από το σπίτι με κατεύθυνση στο δικό της.

"Που θα πάμε; Να στείλω μήνυμα στον άντρα μου να ξέρει" με ρώτησε βλέποντας με με την βαλίτσα στο χέρι.

"Πουθενά δε θα πάμε! Εδώ θα μείνεις με τα παιδιά! Μην διανοηθείς να βγεις! Όπως είδες έξω όλοι τρέχουν σαν χαζοί, θα γίνει κανένα ατύχημα μέσα στην τόση σύγχυση που υπάρχει! Το μόνο ασφαλές μέρος είναι το σπίτι σου! Θα μείνεις εδώ και μόλις λήξει ο συναγερμός άνοιξε την βαλίτσα που σου αφήνω. Είναι για σένα ότι υπάρχει μέσα και για τα παιδιά σου! Έξι χρόνια τώρα ήσουν η καλύτερη μου φίλη! Γι' αυτό θέλω να τα κρατήσεις και να με θυμάσαι με αγάπη!"

"Γιατί; Θα φύγεις; Που θα πας; Εσύ το σκας κι εγώ θες να μείνω εδώ;"

"Δεν το σκάω! Θα έφευγα σήμερα! Γι' αυτό είχα κι έτοιμη την βαλίτσα με τα δώρα σας!"

"Δηλαδή θες να μου πεις, ότι δεν φεύγεις λόγω των εξωγήινων; Ότι απλώς έτυχε σήμερα να φεύγεις χωρίς να με ενημερώσεις;"

"Θα έφευγα! Ήταν καθορισμένο! Και το περίμενα καιρό! Το ήλπιζα δηλαδή και το ευχόμουν εδώ και πολλά χρόνια. Σου είχα πει πως είχαμε χαθεί με ένα άτομο που αγαπούσα πολύ! Δεν σου το είχα πει;"

"Ναι! Τον βρήκες δηλαδή;"

"Ναι! Γι' αυτό φεύγω! Φεύγω μαζί του! Αλλά εσύ θέλω να με εμπιστευτείς και να μείνεις εδώ! Δεν θα σας συμβεί τίποτα κακό στο υπόσχομαι! Με πιστεύεις;"

"Ναι! Θα μείνω! Σε πιστεύω! Και θα μου λείψεις! Αλλά θέλω να είσαι ευτυχισμένη!"

"Θα είμαι! Σε αγαπάω! Αντίο"

Έκλεισα την πόρτα πίσω κι ανέβηκα κλαίγοντας τα σκαλοπάτια. Είναι δύσκολο να αποχαιρετάς ανθρώπους που αγαπάς ξέροντας ότι δεν θα τους ξαναδείς, ακόμη κι αν εκεί που πας είναι ο δικός σου παράδεισος.

Έφτασα στην ταράτσα, το άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο ακόμη στροβίλιζε, σήκωσα τα χέρια ψηλά κι έβγαλα μια διαπεραστική κραυγή. 

Είχα χρόνια να φωνάξω τόσο δυνατά, θαρρώ από εκείνη την μέρα που ακούμπησα τα πόδια μου στο χώμα της γης, όταν έχασα τον έλεγχο του οχήματος μου και προσγειώθηκα εδώ, ολομόναχος σε ένα ξένο ολότελα πλανήτη. Μπορούσα να πάρω την μορφή οποιαδήποτε έμψυχου πλάσματος. Έγινα λύκος, έγινα σκύλος, έγινα άνθρωπος! Μα ό,τι κι αν έγινα, ό,τι κι αν έζησα στη γη, ανυπομονούσα και παρακαλούσα να γυρίσω πίσω. Δεν ήξερα το πότε, το πώς, το που θα με έβρισκαν. Ήξερα όμως ποιος θα με έβρισκε! Γιατί μου το είχε υποσχεθεί όταν ξεκινήσαμε την αποστολή μας να ανακαλύψουμε καινούργιους πλανήτες πως ό,τι κι αν συνέβαινε, αν χωρίζαμε ποτέ θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να με βρει, όσο χρόνο κι αν έπαιρνε... γιατί ο χρόνος για μας δεν έχει σημασία... δεν μεγαλώνουμε, το μόνο που μεγαλώνει είναι η καρδιά μας που χτυπάει αιώνια.

Γιατί αυτό είμαστε!

Μια καρδιά που όταν γίνεται δύο δεν χωρίζει ποτέ!

Με βρήκε απόψε!

Άνοιξε την καταπακτή από το σκάφος του και μια δέσμη φωτός με τράβηξε μέσα του! Κι οι καρδιές μας ενώθηκαν ξανά!

"Τρόμαξες τους γήινους" του εξήγησα και γέλασε δυνατά.

"Ας κάνουμε μια θεαματική έξοδο! Να οδηγήσω;" του ζήτησα.

Στριφογύριζα πολλές φορές το σκάφος πάνω κάτω αφήνοντας κόκκινο καπνό στον ορίζοντα...

Όσοι σήκωσαν το βλέμμα τους στον ουρανό είδαν μεγάλες κόκκινες καρδιές η μια μέσα στην άλλη να απεικονίζονται στον ουρανό ...

Ξέρω πως κάποιοι θα πρόλαβαν να τραβήξουν και βίντεο, οπότε αύριο η μικρή μου φίλη θα σιγουρευτεί ότι της έλεγα αλήθεια και πως δεν πρέπει να φοβάται... κι όταν ανοίξει την βαλίτσα ελπίζω όλα τα χρήματα που υπάρχουν μέσα που αποθήκευα τόσα χρόνια - γιατί δεν μου ήταν πουθενά απαραίτητα - να τους φτάσουν για να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή με τον άντρα της - κοντά της πια - χωρίς να χρειάζεται να ταξιδεύει τόσο μακριά για να φροντίζει για την επιβίωση τους...

Γιατί οι καρδιές που αγαπιούνται πρέπει να βρίσκονται κοντά... ανεξάρτητα από ποιον πλανήτη προέρχονται...


Σοφία Τανακίδου


Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Ανοίξτε την πόρτα.




Παραμονή Χριστουγέννων.

Δεν ήθελε να σηκωθεί και δεν έφταιγε το κρύο. 

Η θερμοκρασία είχε πέσει στους 13 βαθμούς μέσα στο σπίτι, κάτω από τα σκεπάσματα όμως ήταν ζεστά ακόμη, μέσα της δεν ήταν...

Χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές, το άκουγε αλλά δεν άνοιγε. 

Πώς να ανοίξει; 

Αφού δεν είχε δύναμη να σηκώσει ούτε το χοντρό πάπλωμα από πάνω της, ούτε από μέσα της το πάπλωμα της ψυχή της. 

Το κουδούνι συνέχιζε να χτυπάει σχεδόν ανά δεκάλεπτο.

 Ήξερε πως ήταν παιδάκια που έλεγαν τα κάλαντα, άκουγε τους γρήγορους βηματισμούς τους καθώς έφευγαν στεναχωρημενα που δεν τους άνοιξαν την πόρτα, που δεν τους έδωσαν το "μπαξίσι" τους. 

Όταν ήταν μικρή θύμωνε κι η ίδια όταν δεν άνοιγαν την πόρτα ενώ ήξερε ότι ήταν μέσα.

"Οι τσιγκούνηδες" παραπονιόταν μετά στην μαμά της κι εκείνη γελούσε και της έλεγε: "Δεν έχουν όλοι την δική σου όρεξη κορίτσι μου! Υπάρχουν άνθρωποι δυστυχισμένοι, χαροκαμένοι, πονεμένοι, φτωχοί, μην κρίνεις κανέναν αν δεν ξέρεις τι έχει στην ψυχή του σήμερα".

Αυτή ήταν η μαμά της! 

Πάντα νοιάζονταν για τους άλλους και συναισθανόταν τον πόνο τους.  

Αν ήταν δίπλα της ίσως να είχε τώρα μια αγκαλιά, έναν ώμο να ακουμπήσει την απελπισία της. 

Από πότε είχαν αρχίσει να την ενοχλούν τα Χριστούγεννα δε θυμόταν. Ίσως από την χρονιά που σταμάτησε να λέει τα κάλαντα, από την χρονιά που έπαψε ξαφνικά να νιώθει παιδί και να θέλει να παριστάνει την μεγάλη. Το παιδί όμως φώναζε μέσα της! Μα εκείνη δεν το άκουγε! Δεν ήθελε να ξαναπεί τα κάλαντα πίσω από τις κλειστές πόρτες όσων δυστυχισμένων δεν της άνοιγαν. 

Δεν ήξερε η μητέρα της πως κάθε φορά που μια πόρτα δεν άνοιγε, έκλεινε ένα κομμάτι της δικής της ψυχής. Μέχρι... που κλείστηκαν τα Χριστούγεννα απέξω από την καρδιά της. 

Σηκώθηκε ασθμαίνοντας, ένιωσε μια ακατανίκητη δίψα και το νερό δίπλα της είχε τελειώσει, έπρεπε οπωσδήποτε να βρει το κουράγιο να συρθεί μέχρι την κουζίνα. Φτάνοντας εκεί άκουσε για πολλαπλή φορά τον ήχο του κουδουνιού. Περίμενε να αποχωρίσουνε τα παιδικά βήματα για άλλη μια φορά.  Δεν άκουγε όμως να αποχωρούν. Σχεδόν άκουγε την παγωμένη ανάσα του παιδιού έξω από την πόρτα που χτυπούσε και ξαναχτυπούσε δίχως έλεος το κουδούνι. 

Για λίγα δευτερόλεπτα μετά σταμάτησε. "Επιτέλους το αποφάσισε, θα φύγει" σκέφτηκε, μα πριν τελειώσει την σκέψη της, άκουσε μια ζεστή φωνούλα να τραγουδάει τα κάλαντα, κάλαντα διαφορετικά που δεν είχε ξανακούσει ποτέ της.


"Χριστός γεννιέται

την πόρτα σας ανοίξτε.

Χριστός γεννιέται

την καρδιά σας ανοίξτε.

Δεν ξεδιψάει με νερό η ψυχή

Ανοίξτε την πόρτα να μπει η ζωή".


Αυτόματα άνοιξε την πόρτα!

Έξω δεν ήταν κανείς!

Από μακριά έρχονταν μόνο μια παρέα μικρών παιδιών που μόλις την είδαν έτρεξαν προς την πόρτα της.

"Να τα πούμε;" φώναξαν

"Να τα πείτε" άκουσε την φωνή της να ψελλίζει...

Πρώτη φορά απαντούσε καταφατικά σε αυτή την ερώτηση! Πρώτη φορά θα δεχόταν να ακούσει τα κάλαντα.! Τα τελευταία τα είχε πει εκείνη έξω από μια πόρτα που δεν της είχαν ανοίξει, τα ίδια κάλαντα που πριν από λίγο είχε ακούσει πρώτη φορά από άλλο στόμα, μιας και μόνο εκείνη τα είχε εμπνευστεί και τραγουδήσει όταν ήταν ακόμη παιδί. Την τελευταία φορά που ένιωθε παιδί...  μα κανείς δεν της είχε ανοίξει...

Εκείνη όμως σήμερα άνοιξε...

Επιτέλους άνοιξε... να μπουν τα Χριστούγεννα στην καρδιά της.


Σοφία Τανακίδου

20/12/22

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Παραμύθι αλλιώς...

 




Παραμύθι αλλιώς...


Βγήκε βιαστικά για να αγοράσει ένα βιβλίο για το παιδί της, ένα μικρό φτηνό παραμύθι.

Δεν το έβαλε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως συνηθίζεται, γιατί δεν είχε καν στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα Χριστούγεννα δεν θα τα περνούσαν εξάλλου στο σπίτι τους. Το σπίτι τους το είχαν εγκαταλείψει εδώ και μήνες γιατί είχαν εγκατασταθεί σε ένα θάλαμο νοσοκομείου. 

Οι γιατροί βέβαια είπαν πως θα μπορούσαν τα Χριστούγεννα αν ήθελαν να πήγαιναν σπίτι, αλλά... δεν υπήρχε πια σπίτι να πάνε... 

Το παιδί βέβαια δεν το ήξερε κι όλο την ρωτούσε: 

"Πότε μαμά θα πάμε σπίτι κι εμείς;"

"Μόλις γίνεις καλά" του απαντούσε.

Δεν έλεγε ψέματα.

Αν γινόταν καλά το παιδί της και σπίτι θα έβρισκε να νοικιάσει και μόνιμη δουλειά θα έβρισκε, όλα ξανά από την αρχή θα τα αποκτούσε, ακόμη και την ελπίδα... γιατί αυτό που είχε χάσει και την ενοχλούσε περισσότερο απ' όλα ήταν η ελπίδα!

Μια ελπίδα που για τους άλλους πέθαινε πάντα τελευταία, αλλά για εκείνη πέθανε πρώτη όταν οι γιατροί έπαψαν να της δίνουν ελπίδα... 

Δεν της το έλεγαν με λόγια, μα το διάβαζε στα μάτια τους κάθε μέρα και πιο έντονα.

"Ήρθε ο Αϊ Βασίλης;" την ρώτησε την παραμονή των Χριστουγέννων ο μικρός γιος της κι εκείνη του έδωσε το παραμύθι, τυλιγμένο σε γαλάζιο γυαλιστερό χαρτί και πάνω γραμμένο το όνομά του.

"Για τον Αναστάση".

Ο μικρός έσκισε βιαστικά το περιτύλιγμα και θαύμασε το ζωγραφισμένο εξώφυλλο ενθουσιασμένος.

"Μια καρδιά για τον Αναστάση!" φώναξε εκστασιασμένος κι η μητέρα του κόντεψε να πάθει συγκοπή.

"Τι λες παιδί μου;" ρώτησε ξαφνιασμένη.

"Μαμά, τον τίτλο του παραμυθιού διαβάζω! Έτσι γράφει! Κοίτα!"

Η μητέρα του άρπαξε από τα χέρια του το βιβλίο κι απόμεινε μετέωρη να το κοιτάζει. Μα τι συνέβαινε; Δεν ήταν αυτό το παραμύθι που του είχε αγοράσει εκείνη!

Στο εξώφυλλο μια μεγάλη κόκκινη καρδιά ήταν κρεμασμένη πάνω σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο κι ο τίτλος ήταν ακριβώς αυτός που φώναξε πριν λίγα δευτερόλεπτα ο γιος της.

Άνοιξαν την πρώτη σελίδα μαζί και η ζωγραφιά ενός σπιτιού με ορθάνοιχτα παράθυρα στον ήλιο έκανε την εμφάνιση του. Δεν υπήρχαν λόγια γραμμένα πουθενά, μόνο ζωγραφιές, γεμάτες από ουράνια τόξα, παιδιά που έπαιζαν στον κήπο, παιδιά που πήγαιναν σχολείο, παιδιά που χόρευαν κυκλικά και στην μέση ο γιος της.

"Μαμά οι φίλοι μου, το σπίτι μας, κοίτα μαμά, εσύ κι ο μπαμπάς. Μόνο αυτή την κοπέλα δε ξέρω! Την γνωρίζεις;"

"Όχι ψυχή μου!"

Γύρισαν όλες τις σελίδες

και στο τέλος του παραμυθιού ήταν εκεί όλοι μαζί μέσα στο σπίτι, γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχε μόνο ένα στολίδι: Μια καρδιά!


"Μαμά πότε θα έρθει ο Αϊ Βασίλης;"

Η φωνή του γιου της την ξύπνησε. Είχε αποκοιμηθεί αποκαμωμένη στην καρέκλα δίπλα του!

Είχε ήδη ξημερώσει Χριστούγεννα!

Έβγαλε το παραμύθι από την τσάντα της και του το έδωσε.

"Μου το έφερε αργά το βράδυ, κοιμόσουν Ανάσταση μου" του είπε.

Εκείνος το άνοιξε βιαστικά και χώθηκε στο λεπτό μέσα στις σελίδες του...

Εκείνη, απογοητευμένη, βλέποντας ότι ήταν το ίδιο βιβλίο που είχε αγοράσει, βγήκε βιαστικά από τον θάλαμο για να κρύψει τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να στεφανώνουν τα μάτια της.

Στάθηκε έξω από το δωμάτιο για λίγο, αναστέναξε βαθιά και πιάστηκε από μια καρέκλα μην πέσει κομμάτια κάτω.

Και τότε τον είδε... ντυμένος όπως πάντα στα άσπρα, αλλά σήμερα της φάνηκε πως έλαμπε σαν άγγελος καθώς την πλησίαζε.

"Βρέθηκε! Βρέθηκε συμβατή καρδιά για τον Αναστάση" της φώναξε από μακριά ακόμη. Τα λόγια του πλανήθηκαν στον αέρα και βρήκαν κέντρο την καρδιά της.

"Πώς την λένε την κοπέλα;" ρώτησε άξαφνα κι ο γιατρός έμεινε άφωνος.

"Που το ξέρεις ότι ο δότης είναι γυναίκα;"

Σήκωσε τους ώμους σε ένδειξη ότι δεν είχε απάντηση σε αυτό που την ρώτησε.

"Θα σου πω μόνο το μικρό της, γιατί καταλαβαίνεις, δεν επιτρέπεται... 

την λέγαν Ελπίδα".


Σοφία Τανακίδου 

16/12/22

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

Το κλειδί της καρδιάς (της Σοφίας Τανακιδου)

 



Ήταν ένα στολίδι, ένα μικρό στολίδι ανάμεσα στα τόσα που στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο  δέντρο.

 Ένα κατακόκκινο γεμάτο αγγελόσκονη κλειδί. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν κατοικούσε στο δέντρο γιατί ήταν το αγαπημένο των παιδιών της οικογένειας. 

Που το έχανες που το έβρισκες περιπλανιόταν σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, από χεράκι σε χεράκι. Ξεκλείδωναν- στα ψέματα - τις πόρτες, κι ύστερα το έβαζαν πάνω στα σώματά τους και ξεκλείδωναν με αυτό την καρδιά και την αγκαλιά τους γελώντας.

Το βράδυ η μαμά τους το τοποθετούσε ξανά στο δέντρο, κάθε φορά και πιο ψηλά να μην το φτάσουν και το ξαναπάρουν. 

Μα τα παιδιά πάντα έβρισκαν τρόπους και το κατέβαζαν. Πότε ανέβαιναν πάνω στην πιο ψηλή καρέκλα, πότε ο ένας πάνω στον άλλον, με δεκάδες τρόπους το κλειδί γινόταν δικό τους κι άνοιγε την πόρτα της φαντασίας τους.

Ώσπου ήρθε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων!

Η μαμά γύρισε κουρασμένη από την δουλειά αργά το απόγευμα, συμμάζεψε τα παιχνίδια, είδε ότι έλειπε πάλι το κλειδί πάνω από το δέντρο κι έψαξε, έψαξε... αλλά το κλειδί δεν υπήρχε πουθενά...

"Πού το κρύψατε;" ρώτησε στα παιδιά της,

 μα εκείνα κούνησαν αρνητικά το κεφάλι τους.

"Δεν το πειράξαμε σήμερα μαμά, παίζαμε με τα παιχνίδια που έφερε η νονά" απάντησαν.

Ξανακοίταξε στο δέντρο, έψαξε ένα ένα τα κλαδιά του μήπως έπεσε κάπου ανάμεσα! Τίποτα! Προσπάθησε να θυμηθεί μήπως την προηγούμενη νύχτα δεν το είχε βάλει όπως συνήθιζε στην θέση του! Όχι! Το θυμόταν έντονα! Το είχε τοποθετήσει ανάμεσα από τους δύο λευκούς αγγέλους λίγο πιο κάτω από την κορυφή!

"Παιδιά, ελπίζω ότι δεν μου λέτε ψέματα!"

"Δεν το πειράξαμε μαμά, αλήθεια!" συνέχισαν να επαναλαμβάνουν.

"Δεν θα κοιμηθεί κανείς σήμερα αν δεν το βρούμε" δήλωσε εκνευρισμένη και τα παιδιά κατάλαβαν πως η μαμά τους δεν χωράτευε. Σηκώθηκαν κι άρχισαν να ψάχνουν μαζί της! Άνοιξαν συρτάρια, κοίταξαν πίσω από κουρτίνες, σε ντουλάπια, σε ντουλάπες, στο μπάνιο, στην τραπεζαρία, στην κουζίνα, στο δωμάτιο τους, στο μπαλκόνι, άδειασαν μέχρι και τις σακούλες από τα σκουπίδια, μήπως καταλάθος είχε πεταχτεί! Πουθενά! Πουθενά! Το κλειδί είχε εξαφανιστεί!

Πλησίαζε δώδεκα τα μεσάνυχτα όταν αποκαμωμένη η μαμά αγκάλιασε τα παιδιά της που δεν είχαν άλλο κουράγιο να ψάχνουν και προσπαθούσαν να κρατήσουν τα ματάκια τους ανοιχτά.

"Φτάνει, ας κοιμηθούμε" ψιθύρισε.

"Να κοιμηθούμε όλοι μαζί μαμά στο κρεβάτι σου;" ρώτησε ο μεγάλος.

"Εντάξει" απάντησε κι εκείνα έτρεξαν στην κρεβατοκάμαρα και χώθηκαν κάτω από τα σκεπάσματα. Σε κλάσμα δευτερολέπτου είχαν κοιμηθεί. 

Χάιδεψε τρυφερά τα κεφαλάκια τους, κι άφησε ένα φιλί στον καθένα τους. Είχαν πολλά χρόνια να κοιμηθούν όλοι μαζί! Της το ζητούσαν πολλές φορές αλλά εκείνη ήταν πάντα αρνητική - δεν τους άφηνε καν να μπουν στην κρεβατοκάμαρα της - εξάλλου τους κοίμιζε πάντα νωρίς κι εκείνη συμμάζευε ως αργά κι ετοίμαζε το φαγητό από βραδύς μιας κι όλη την ημέρα μετά δούλευε. Δεν είχε την πολυτέλεια να περάσει αρκετές ώρες με τα παιδιά της, ούτε στον ξύπνιο, ούτε στον ύπνο της! Σήμερα όμως είχε περάσει!

Χαμογέλασε στη σκέψη του απογεύματος αυτού που μόλις είχε κυλήσει. Θυμήθηκε τα απίθανα μέρη που έψαχναν τα παιδιά για να βρουν το κλειδί.

Μέχρι και μέσα στις κάλτσες που είχαν βγάλει για τα άπλυτα είχαν ψάξει.

Η μικρή κιόλας ήταν σίγουρη ότι εκεί το είχε δει τελευταία φορά!

Αυτήν την μανία τους να παίζουν με αυτό το κλειδί δεν μπορούσε να την καταλάβει! Τόσα παιχνίδια πάνω στο δέντρο γιατί με το κλειδί;

Έκλεισε τα μάτια κι ο ύπνος φώλιασε μέσα της μαζί με το όνειρο. Ένα όνειρο τόσο αληθινό που θαρρείς και το 'χε ξαναδεί άπειρες φωνές την τάραξε, μαζί με μια φωνή κι αυτή τόσο γλυκά γνωστή.

"Πάλι με το κλειδί παίζεις; Τι μανία έχεις βρε κορίτσι μου με αυτό το κλειδί;"

"Είναι το κλειδί της καρδιάς που θα σε κλειδώσει δίπλα μου μαμά, για να μην μου φύγεις. Μαμά δε θέλω να φύγεις!" 

Ήταν η δική της φωνή αυτή!

Άνοιξε τα μάτια τρομαγμένη, κοίταξε τα παιδιά δίπλα της, φοβήθηκε πως θα άκουσαν το παραμιλητό της, αλλά ευτυχώς δεν είχαν ξυπνήσει. Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. Της έλειπε! Πόσο της έλειπε! Κι αυτό το κλειδί ήταν η τελευταία ανάμνηση που είχε από εκείνη! 

"Κλείδωσε με εδώ μέσα ψυχή μου αφού το θες" της είχε απαντήσει κλειδώνοντας με το κλειδί μια φορά πάνω στην καρδιά της, κι έφυγε... για πάντα...

Ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι κι αγκάλιασε το μαξιλάρι να κρύψει εκεί μέσα τους λυγμούς της να μην ακουστούν. Κι όπως πέρασε το χέρι κάτω από το μαξιλάρι, το χέρι της άγγιξε κάτι! 

"Το κλειδί..." της ξέφυγε δυνατά.

"Το βρήκες μαμά; Κλείδωσε μας τώρα στην καρδιά!" άκουσε μια φωνούλα κι ένα χεράκι την αγκάλιασε τρυφερά, κλειδώνοντας την μέσα στην αγκαλιά του.

Άπλωσε τα χέρια της αγκάλιασε και τα δύο παιδιά της και υποσχέθηκε: 

"Για πάντα!"