Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Άνοια.

 


Στο πρώτο ξύπνημα η γυναίκα κοιτάζει γύρω γύρω το δωμάτιο. 


- Που βρίσκομαι άραγε; μονολογεί.


Εκτός από το κρεβάτι της, δίπλα της βρίσκεται κι ένα κομοδίνο γεμάτο κορνίζες με φωτογραφίες. 

Στον τοίχο πάνω απ' το προσκέφαλο της ένα μεγάλο κάδρο με μια νυφική φωτογραφία.

Σηκώνεται και παίρνει μια μια τις κορνίζες και τις κοιτάζει εξεταστικά από κοντά. Φωτογραφίες ανθρώπων που χορεύουν, που τρώνε όλοι μαζί, που γελάνε... και νύφες...

Δεν ξέρει ποιοι είναι...

Τα πρόσωπα τους δεν της λένε τίποτα...

Χαίρεται όμως που είναι γελαστά και νιώθει μια γαλήνη στην ψυχή της.


Ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο.


- Ξύπνησες; Κοιμήθηκες καλά; την ρωτάει χαμογελώντας.


Δεν την ξέρει... μα για να της χαμογελά κάποια γνωστή είναι.


- Καλά, Δόξα το Θεό! Καλά... απαντά.


Η ξένη γυναίκα της αφήνει στα χέρια ένα χάπι.

 

- Πιες το και θα σου ετοιμάσω να φας μετά, της λέει, δίνοντας της το χάπι μαζί με ένα ποτήρι νερό.


Τα πίνει... χωρίς να ρωτήσει τι χάπι είναι...

Δεν ξέρει το λόγο, αλλά βαθιά μέσα της νιώθει πως δεν πρέπει να φοβάται, πως πρέπει να την εμπιστευτεί, εξάλλου της χαμογέλασε πριν... κι ακόμη της χαμογελάει... δείχνει κουρασμένη μα χαμογελάει μόλις την κοιτάζει...

Αλλά θέλει να μάθει κιόλας.


- Ποια είσαι; την ρωτάει.


Κι ακούει τον αναστεναγμό της ξένης γυναίκας κι έναν λυγμό μέσα από το χαμόγελο που σπάει.

 

- Εγώ είμαι μάνα η κόρη σου, η μικρή σου.


- Έχω εγώ κόρη;


- Πολλές μάνα, εγώ είμαι η μικρή. 


- Δε θυμάμαι, συγνώμη παιδί μου.


- Δεν πειράζει μάνα, έλα να φας σουπίτσα. 


Πιάνει το κουτάλι, τα χέρια της τρέμουν πολύ, της φεύγει από τα χέρια και πετάγεται η κουταλιά της σούπας πάνω της.

Τρομάζει!


-Δεν πειράζει μάνα, ακούει την φωνή της γυναίκας δίπλα της, που της σκουπίζει απαλά τώρα το στόμα και τα χέρια.


Δεν ξέρει ποια είναι, αλλά νιώθει μέσα της πως μπορεί να την εμπιστευτεί.


- Ευχαριστώ, ποια είσαι;  την ρωτά.


- Η κόρη σου μάνα, η μικρή σου.


Ακούει την φωνή της κουρασμένη, ακούει τον αναστεναγμό της, αλλά ακόμη της χαμογελά.


-Να σε βοηθήσω; την ρωτάει τώρα η φωνή κι απλώνει το χέρι να της πάρει το κουτάλι.


-Όχι! Μόνη μου θα φάω! Τι είμαι μωρό να με ταΐζεις εσύ;


Θυμώνει! Κι αρπάζει το κουτάλι της πίσω.


Κι η γυναίκα τραβιέται χωρίς αντίρρηση... 


- Ποια είσαι; την ρωτά.


Αργεί να απαντήσει. Γιατί αργεί;


- Ποια είσαι; Δεν ακούς; Κουφάθηκες; Ποια είσαι;


- Η κόρη σου μάνα. Φάε θα κρυώσει η σούπα σου.


Κοιτάζει το φαγητό μπροστά της, τρώει δύο γουλιές. 


- Εσύ είσαι η νύφη στη μεγάλη φωτογραφία πάνω από το κρεβάτι μου; Της μοιάζεις! ρωτάει στην γυναίκα που στέκεται απέναντι της.


- Όχι, μάνα, εγώ είμαι στην μικρή στο τραπεζάκι. Στην μεγάλη πάνω από το κρεβάτι είσαι εσύ η νύφη.


- Εγώ;


Σηκώνεται από το τραπέζι βιαστικά και πάει στο δωμάτιο. Κοιτάζει από κοντά το κάδρο. 


- Εγώ είμαι ναι! Ήμουν πολύ ωραία νύφη! Οι άλλες νύφες στις κορνίζες ποιες είναι;


- Οι κόρες σου μάνα, κι οι εγγονές σου...


- Έχω εγώ εγγόνια;


- Ναι μάνα. 


- Σιγά, ψέματα, πότε πρόλαβα εγώ να παντρέψω παιδιά. Πόσο χρονών είμαι;


- Δε θυμάσαι μάνα;

Δεν ξέρεις πόσο χρονών είσαι;


- Πόσο νάμαι; Δεν είμαι και μεγάλη! Είμαι σαράντα;


- Τα μισά θυμάσαι μάνα;

Ή κρύβεις τα χρόνια σου; 


Η γυναίκα γελάει με πίκρα.


- Με κοροϊδεύεις; 


- Όχι μάνα, δε σε κοροϊδεύω, είμαι κουρασμένη, ήρθα κατευθείαν από την δουλειά, πρέπει να φύγω, αλλά θα ξανάρθω το βράδυ...


- Κι εγώ θέλω να φύγω. 


- Πού θες να πας μάνα;


- Στο σπίτι μου! Στη μάνα μου! Αλλά δεν θυμάμαι το δρόμο; Τον ξέρεις; Θα με πας σε παρακαλώ; Πεθύμησα την μάνα μου! Θέλω να βγω να ψάξω που είναι η μάνα μου!


- Κι εγώ θέλω την μάνα μου... 


- Έχασες κι εσύ τον δρόμο για το σπίτι σου; Πού μένεις; Μήπως μπορώ εγώ να σε βοηθήσω; Πάμε! Πάμε να ψάξουμε μαζί! Θα βοηθήσουμε η μία την άλλη.


- Όχι τώρα μάνα. Είμαι πολύ κουρασμένη! Αύριο! Ναι; Αύριο θα ψάξουμε. Ξάπλωσε τώρα!


- Να πας να ξεκουραστείς κορίτσι μου. Ευχαριστώ που ήρθες! Να ξανάρθεις! Δεν ξέρω ποια είσαι, αλλά έχεις όμορφο χαμόγελο και μου αρέσει η παρέα σου! Να έρχεσαι...


- Θα έρχομαι, μην ανησυχείς μάνα... θα έρχομαι.


Βγαίνει έξω, κλειδώνει την πόρτα πίσω της.


Μια γειτόνισσα την σταματά από έξω .


- Στην μαμά σου ήσουν; Πώς είναι;


- Έχουμε απελπιστεί. Κάθε μέρα και χειροτερεύει! Φοβάμαι! Δεν μας γνωρίζει πια καθόλου! Είναι τρομακτικό!


- Μη φοβάσαι...

Το τρομακτικό στην ζωή δεν είναι να μην θυμάσαι κορίτσι μου...

Το τρομακτικό είναι να μην σε θυμούνται αυτοί που θυμούνται...

Κι η μάνα σας, δεν θα το ζήσει, αυτό ποτέ... όσο είστε δίπλα της...


Σοφία Τανακίδου

21/8/26

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου