Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Με την ευχή της μάνας

 


Απόψε ανοίγεις τα φτερά σου

για να πετάξεις μακριά μου

Απόψε χάνω την αγκαλιά σου

κι έχει ένα πλάκωμα η καρδιά μου.


Και σε κοιτάζω! 

Και τα κοιτάζω! 

Αχ τα φτερά σου πως σου ταιριάζουν! 

Φτερά δεν έχω να ακολουθήσω 

ούτε και θέλω να στα γκρεμίσω 

ό,τι φτερά είχα απο μένα 

χρόνια τα έραβα πάνω σε σένα.

Για τα όνειρα σου με τα φτερά σου και την ευχή μου πάντα σιμά σου

απόψε φύγε, ψυχή μου βιάσου...


Κλείσε τα μάτια να μην κοιτάζεις 

την αγκαλιά μου που θα αδειάζει 

Κλείσε τα αυτιά σου να μην ακούσεις 

και την καρδιά μου που θα σπαράζει.

Μην κάνεις πίσω και μην γυρίσεις 

για τα όνειρα σου με τα φτερά σου και την ευχή μου πάντα σιμά σου

απόψε πέτα, παιδί μου βιάσου...


Σοφία Τανακίδου 

8/11/24


Σήμερα γιορτή των αγγέλων αφιερωμένο στους αγγέλους μας που ανοίγουν τα φτερά τους και πετάνε μακριά και ψηλά για να ζήσουν τα όνειρα τους.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Τα παραμύθια της μαμάς.

 

Πρώτο παραμύθι 


Δε με μεγάλωσε η μαμά μου

με παραμύθια,

μα με νανούριζε μονάχα

με αλήθεια,

σκληρή αλήθεια που με προσπερνούσε

και σαν παιδάκι την ψυχή μου τυραννούσε.


Η πιο σκληρή της μάνας μου αλήθεια

ο ερχομός μου που της έκαιγε τα στήθια.

Γιατί πριν έρθω στη ζωή της

είχε χάσει, ένα παιδί που πριν

από μένα είχε πιάσει.


Με δόλο έλεγε της το πήραν

πριν ανθίσει,

πριν την καρδούλα του

μες το σώμα της ακούσει.

Πολλά παιδιά και φτωχικά τα χρόνια

μα εκείνη το πονούσε ακόμα.

Και όταν με ένιωσε στα στήθη της μετά

έγινα η δική της γιατρειά.


Γεννήθηκα μία Κυριακή του Μάρτη ευλογημένη μέρα

έλεγε θυμάμαι,

ανάμεσα σε δύο γιορτές μεγάλες

την ώρα που χτυπούσαν οι καμπάνες.


-Δεν σε πήρε ο μπαμπάς σου

αγκαλιά

Μου το 'λεγε πάντα σκληρά.

-Αλλά εγώ σε αγκάλιασα διπλά

σαν να 'χα δυο παιδιά στην αγκαλιά.


Πολλά κορίτσια για τον μπαμπά

αγόρι με φανταζότανε εμένα.


Στο πρώτο χρόνο της ζωής μου

έτρεχα σαν αγρίμι

και χάθηκα στου χωριού

το πανηγύρι.

Με βρήκαν δυό ξένοι

απ' την Αθήνα

-Το τυχερό μας θα 'ναι Κυρία

δεν έχουμε εμείς παιδιά,

εσύ έχεις τρία.

Πριγκίπισσα θα'ναι για μας

η μικρή σου ή Σοφία.


Έχετε δει κλωσσα σε χωριό

να της κλέβουνε το αυγό;

Αυτή ήταν η μαμά μου...

Και όταν τη κοίταζα σκληρά

και τη ρώταγα μετά

-Γιατί δε μ' εδωσες γιατί;

Θα ήμουνα τώρα σπουδαία.

Παίρναν τα μάτια της φωτιές.

-Σοφούλα μου τι είναι αυτά που λες 

Ακόμα πιο σπουδαία;!!!


Και όταν έχασα εγώ

το τρίτο μου μωρό

Έκλαιγε πιο πολύ από μένα

και μου το θύμιζε συχνά.

Και έλεγα

"φτάνει πια μαμά δε θέλω να θυμάμαι"

Και απαντούσε κυνικά

Πόσο σκληρή ήσουν μαμά!!

-Είναι στα μάτια σου

όλα γραμμένα...


Αχ μάνα τι τα γράφω αυτά.

Τα παραμύθια σου αβάσταχτα

για μένα.

Τα γράφω όμως στο Θεό,

μόνο αυτόν παρακαλώ

να κάνει κάτι και για σένα..


Στον Αγιο Πέτρο μία εντολή

να ανοίξει την πύλη την κλειστή 

για ένα λεπτό,

όταν θα πάρει και εσένα.

Αυτό το αγέννητο μωρό

που Αγγελος Του έχει γίνει

να το αγκαλιάσεις μία στιγμή

κι ύστερα ότι θέλει ας γίνει.


Γιατί έτσι τελειώνουν

Τα παραμύθια μαμά

Εσύ καλά και μεις

Καλύτερα....


Σοφία Τανακίδου

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Άνοια.

 


Στο πρώτο ξύπνημα η γυναίκα κοιτάζει γύρω γύρω το δωμάτιο. 


- Που βρίσκομαι άραγε; μονολογεί.


Εκτός από το κρεβάτι της, δίπλα της βρίσκεται κι ένα κομοδίνο γεμάτο κορνίζες με φωτογραφίες. 

Στον τοίχο πάνω απ' το προσκέφαλο της ένα μεγάλο κάδρο με μια νυφική φωτογραφία.

Σηκώνεται και παίρνει μια μια τις κορνίζες και τις κοιτάζει εξεταστικά από κοντά. Φωτογραφίες ανθρώπων που χορεύουν, που τρώνε όλοι μαζί, που γελάνε... και νύφες...

Δεν ξέρει ποιοι είναι...

Τα πρόσωπα τους δεν της λένε τίποτα...

Χαίρεται όμως που είναι γελαστά και νιώθει μια γαλήνη στην ψυχή της.


Ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο.


- Ξύπνησες; Κοιμήθηκες καλά; την ρωτάει χαμογελώντας.


Δεν την ξέρει... μα για να της χαμογελά κάποια γνωστή είναι.


- Καλά, Δόξα το Θεό! Καλά... απαντά.


Η ξένη γυναίκα της αφήνει στα χέρια ένα χάπι.

 

- Πιες το και θα σου ετοιμάσω να φας μετά, της λέει, δίνοντας της το χάπι μαζί με ένα ποτήρι νερό.


Τα πίνει... χωρίς να ρωτήσει τι χάπι είναι...

Δεν ξέρει το λόγο, αλλά βαθιά μέσα της νιώθει πως δεν πρέπει να φοβάται, πως πρέπει να την εμπιστευτεί, εξάλλου της χαμογέλασε πριν... κι ακόμη της χαμογελάει... δείχνει κουρασμένη μα χαμογελάει μόλις την κοιτάζει...

Αλλά θέλει να μάθει κιόλας.


- Ποια είσαι; την ρωτάει.


Κι ακούει τον αναστεναγμό της ξένης γυναίκας κι έναν λυγμό μέσα από το χαμόγελο που σπάει.

 

- Εγώ είμαι μάνα η κόρη σου, η μικρή σου.


- Έχω εγώ κόρη;


- Πολλές μάνα, εγώ είμαι η μικρή. 


- Δε θυμάμαι, συγνώμη παιδί μου.


- Δεν πειράζει μάνα, έλα να φας σουπίτσα. 


Πιάνει το κουτάλι, τα χέρια της τρέμουν πολύ, της φεύγει από τα χέρια και πετάγεται η κουταλιά της σούπας πάνω της.

Τρομάζει!


-Δεν πειράζει μάνα, ακούει την φωνή της γυναίκας δίπλα της, που της σκουπίζει απαλά τώρα το στόμα και τα χέρια.


Δεν ξέρει ποια είναι, αλλά νιώθει μέσα της πως μπορεί να την εμπιστευτεί.


- Ευχαριστώ, ποια είσαι;  την ρωτά.


- Η κόρη σου μάνα, η μικρή σου.


Ακούει την φωνή της κουρασμένη, ακούει τον αναστεναγμό της, αλλά ακόμη της χαμογελά.


-Να σε βοηθήσω; την ρωτάει τώρα η φωνή κι απλώνει το χέρι να της πάρει το κουτάλι.


-Όχι! Μόνη μου θα φάω! Τι είμαι μωρό να με ταΐζεις εσύ;


Θυμώνει! Κι αρπάζει το κουτάλι της πίσω.


Κι η γυναίκα τραβιέται χωρίς αντίρρηση... 


- Ποια είσαι; την ρωτά.


Αργεί να απαντήσει. Γιατί αργεί;


- Ποια είσαι; Δεν ακούς; Κουφάθηκες; Ποια είσαι;


- Η κόρη σου μάνα. Φάε θα κρυώσει η σούπα σου.


Κοιτάζει το φαγητό μπροστά της, τρώει δύο γουλιές. 


- Εσύ είσαι η νύφη στη μεγάλη φωτογραφία πάνω από το κρεβάτι μου; Της μοιάζεις! ρωτάει στην γυναίκα που στέκεται απέναντι της.


- Όχι, μάνα, εγώ είμαι στην μικρή στο τραπεζάκι. Στην μεγάλη πάνω από το κρεβάτι είσαι εσύ η νύφη.


- Εγώ;


Σηκώνεται από το τραπέζι βιαστικά και πάει στο δωμάτιο. Κοιτάζει από κοντά το κάδρο. 


- Εγώ είμαι ναι! Ήμουν πολύ ωραία νύφη! Οι άλλες νύφες στις κορνίζες ποιες είναι;


- Οι κόρες σου μάνα, κι οι εγγονές σου...


- Έχω εγώ εγγόνια;


- Ναι μάνα. 


- Σιγά, ψέματα, πότε πρόλαβα εγώ να παντρέψω παιδιά. Πόσο χρονών είμαι;


- Δε θυμάσαι μάνα;

Δεν ξέρεις πόσο χρονών είσαι;


- Πόσο νάμαι; Δεν είμαι και μεγάλη! Είμαι σαράντα;


- Τα μισά θυμάσαι μάνα;

Ή κρύβεις τα χρόνια σου; 


Η γυναίκα γελάει με πίκρα.


- Με κοροϊδεύεις; 


- Όχι μάνα, δε σε κοροϊδεύω, είμαι κουρασμένη, ήρθα κατευθείαν από την δουλειά, πρέπει να φύγω, αλλά θα ξανάρθω το βράδυ...


- Κι εγώ θέλω να φύγω. 


- Πού θες να πας μάνα;


- Στο σπίτι μου! Στη μάνα μου! Αλλά δεν θυμάμαι το δρόμο; Τον ξέρεις; Θα με πας σε παρακαλώ; Πεθύμησα την μάνα μου! Θέλω να βγω να ψάξω που είναι η μάνα μου!


- Κι εγώ θέλω την μάνα μου... 


- Έχασες κι εσύ τον δρόμο για το σπίτι σου; Πού μένεις; Μήπως μπορώ εγώ να σε βοηθήσω; Πάμε! Πάμε να ψάξουμε μαζί! Θα βοηθήσουμε η μία την άλλη.


- Όχι τώρα μάνα. Είμαι πολύ κουρασμένη! Αύριο! Ναι; Αύριο θα ψάξουμε. Ξάπλωσε τώρα!


- Να πας να ξεκουραστείς κορίτσι μου. Ευχαριστώ που ήρθες! Να ξανάρθεις! Δεν ξέρω ποια είσαι, αλλά έχεις όμορφο χαμόγελο και μου αρέσει η παρέα σου! Να έρχεσαι...


- Θα έρχομαι, μην ανησυχείς μάνα... θα έρχομαι.


Βγαίνει έξω, κλειδώνει την πόρτα πίσω της.


Μια γειτόνισσα την σταματά από έξω .


- Στην μαμά σου ήσουν; Πώς είναι;


- Έχουμε απελπιστεί. Κάθε μέρα και χειροτερεύει! Φοβάμαι! Δεν μας γνωρίζει πια καθόλου! Είναι τρομακτικό!


- Μη φοβάσαι...

Το τρομακτικό στην ζωή δεν είναι να μην θυμάσαι κορίτσι μου...

Το τρομακτικό είναι να μην σε θυμούνται αυτοί που θυμούνται...

Κι η μάνα σας, δεν θα το ζήσει, αυτό ποτέ... όσο είστε δίπλα της...


Σοφία Τανακίδου

21/8/26

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Απολογισμός.

 


Μισώ θανάσιμα την ποίηση!

Από παιδί δεν ξέκοψε ούτε ένα λεπτό από δίπλα μου.

Την έδιωχνα, κι αυτή κολλούσε ερμητικά πάνω μου σαν στρείδι.

Ούτε θέλω να θυμάμαι πόσο άσχημα της φέρθηκα!

Την έκρυβα να μην την δουν.

Την έσκιζα κομματάκια.

Την έσβυνα και την μουντζούρωνα ατέλειωτες φορές.

Την έκαιγα άλλες τόσες!

Κανείς δεν την μίσησε περισσότερο από μένα!

Κι όσοι σήμερα με λένε "ποιητή" δεν έχουν ιδέα πόσο αισχρά της φέρθηκα.

Αν ήξεραν, δεν θα με χαρακτήριζαν έτσι!

Ιδέα δεν έχουν!!


Σοφία Τανακίδου

12/6/21

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Ένα βήμα.

 


Άνοιξες την πόρτα 

και πριν φύγεις, 

τα σημάδια 

του κορμιού σου κρύβεις, 

δε θα δουν ποτέ 

- και ποιος τον μέλλει; -

όταν κλείνει η πόρτα 

ποιος σε ξέρει;


Στέκεσαι μπροστά τώρα στο τμήμα 

είναι ο αστυνόμος ένα βήμα...

Μα έρχεται το μήνυμα στις κλήσεις 

"Κι η σειρά σου θα 'ρθει αν μ' αφήσεις"

και αλλάζεις απ' τον τρόμο πάλι γνώμη 

και γυρίζεις πίσω στην αγχόνη.


Δίπλα σου ακούς που συζητάνε 

για ένα νέο φονικό μιλάνε.

Μπαίνουν στο διαδίκτυο οι "ξερόλες"

σχόλια και άρθρα και κανόνες.

Πόρνοι στην ψυχή, το θύμα το δικάζουν, 

και τον θύτη "ελαφρώς" καταδικάζουν.

Κάθε μαχαιριά μες στο κορμί της

"Φταίξιμο της" λένε, και "ντροπή της"


Άνοιξες την πόρτα 

και πριν φύγεις, 

τα σημάδια 

της ψυχής σου κρύβεις.

Έχει γίνει πια συνήθεια σου,

να φοβάσαι ως και τη σκιά σου.


Είναι κι η φωνή μέσα στα αυτιά σου

που έχει καταστρέψει τα φτερά σου,

σου λέει "είσαι ζωντανή, σώπα να ζήσεις,

δεν θέλεις το όνομά σου στις ειδήσεις"


Τον επόμενο τον μήνα, όμως, ίσως...

στη δική σου "ευθύνη" να ξερνάνε μίσος.

Πόρνοι στην ψυχή να σε καταδικάζουν 

και τον θύτη σου "ελαφρώς" να τον δικάζουν. 

Κάθε μαχαιριά μες το κορμί σου

"Φταίξιμο" να λένε και "ντροπή σου"


Στέκεσαι μπροστά τώρα στο τμήμα 

είναι ο αστυνόμος ένα βήμα...

Ένα... βήμα...

Ένα... βήμα...


Σοφία Τανακίδου 

4/6/26

Μόνο ζωντανός 

μπορείς να αμυνθείς για την ζωή σου...

και μόνο οι νεκροί ζουν στη σιωπή...

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Πάντα νικάει το φως.

 


Πριν το σκοτάδι αγγίξει την γραφή μου

στο φως έκρυψα τις λέξεις μου.

Όσο σκοτάδι 

κι αν φαίνεται πως τις τυλίγει,

αυτές αναπαύονται στο φως...

Όταν ξυπνήσουν θα λάμψουν.


Σοφία Τανακίδου

29/5/20

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Πυγολαμπίδες

 .


Αστέρια.

Γιατί έλαμπαν από μακριά

και μας θάμπωσαν.

Μετρήσαμε το ύψος τους.

Το φως το αμυδρό τους.

Τον χορό τους μες τη νύχτα.

Όλα τα είδαμε.

Κάτι δε κόλλαγε.

Αλλά...

Αφεθήκαμε στην πλάνη μας.


Αστέρια ανέραστα.

Που κυνηγούσανε τον σύντροφό τους

να του βάλουνε φωτιά.

Ό,τι σου χάρισα...

Ό,τι μου χάρισες...

Πυγολαμπίδες...


Σοφία Τανακίδου

25/5/17

Το φιλί

 


Στα χείλη σου απόθεσα

την ύστερη ανάσα

καθώς με αποχαιρέτισες

μ' ένα γλυκό φιλί.


Η νύχτα όπως τέλειωνε

και σβήνανε τα άστρα

στην πόρτα σου ξεψύχησε

το άδειο μου κορμί.


Κι ο ήλιος που πλημμύρισε

με φως την οικουμένη

στα χείλη μου ακούμπησε

την γλύκα να γευτεί.


Αντάλλαγμα μου ζήτησε

ζωή να επιστρέψει

αν του χαρίσω το φιλί

που μου 'δωσες εσύ.


Μα 'γώ νεκρός προτίμησα

την μέρα ν' αντικρίσω

Αντί να κάμω χάρισμα

ετούτο το φιλί.


Σοφία Τανακίδου

25/5/20

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Στο παρά πέντε

 Ανέβηκα ψηλά στον ένατο.

Όχι ουρανό.
 Όσο ψηλά και να ανέβηκα στο πάτωμα ήμουν.
Πήγα στην άκρη της ταράτσας και στάθηκα εκεί.
Έπρεπε να ήμουν σίγουρη για αυτό.
Το σιγούρεψα στα 10 λεπτά δεν πήρε παραπάνω.
Τώρα έπρεπε να αποχαιρετήσω.
Ποιον πρώτα;
Ποιος νοιαζόταν για μένα;
Ποιος δεν γνώριζε πως έπρεπε να φύγω;

Άνοιξα το κινητό στις επαφές
σκαλισμένα δύο αρχικά μονάχα,
δεν χρειαζόταν παραπάνω για να σε βρω,
πάτησα την κλήση,
πάντα το σήκωνες με την πρώτη,
χρόνια τώρα που σε ξέρω.
Απόψε όχι!

Πώς θα σε αποχαιρετούσα;
Τζάμπα τόση προετοιμασία!
Τα χάλασες όλα!
Κατέβηκα ένα - ένα τα σκαλιά θλιμμένα,
έφτασα στο τελευταίο ράκος.

Ένιωσα τη δόνηση στα χέρια μου
Στο κινητό ζωγραφισμένα τα αρχικά σου
Το 'φερα στο αυτί να ακούσω τη φωνή σου
"Συγνώμη" είπες "δεν το άκουγα".
Γιατί ζητάς συγνώμη άραγε;
Που με άφησες πάλι να ζήσω;
"Πώς είσαι"; με ρωτάς και εγώ αποκρίνομαι...
"Καλά... όλα καλά" μη σε λυπήσω
...εξάλλου στο χρωστώ
που με άφησες πάλι να ζήσω.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Λυτρώθηκες;

 Και να τώρα...

Λυτρώθηκες;

Θέρισες μια ζωή... πισώπλατα!

Ένα άδειο κορμί από ανάσα

πεταμένο σαν σακίδιο στο χώμα...

Το κλωτσάς και το βρίζεις!

Το πτώμα; 

Ζωντανό πρώτα και μετά νεκρό με κατάρες το ντύνεις.

Το πτώμα;


Και να τώρα...

Λυτρώθηκες;

Του παιδιού σου τη μνήμη 

έτσι σέβεσαι;

Θα το σκότωνες άραγε 

αν στα χέρια του το τιμόνι κρατούσε κι ήταν αυτός ο υπαίτιος;...


Και να τώρα... 

Λυτρώθηκες;

Των άλλων παιδιών σου τη ζωή στην αγχόνη του τρόμου παρέδωσες.

Στο έλεος ενός πατέρα που σήμερα σε ρωτά με παράπονο...αν ο γιος σου αναστήθηκε...

Που σου λέει, πως τη ζωή του δικού του θα θυσίαζε, αν ο γιος σου πίσω θα γύριζε...

Ρωτώ πάλι ξανά...

Θα τον σκότωνες άραγε 

αν στα χέρια του το τιμόνι κρατούσε κι ήταν αυτός ο υπαίτιος;

Την δική σου ευθύνη μετέφερες...

Δυο φορές το δικό σας παιδί το σκοτώσατε, τα κλειδιά εσείς στο ανήλικο παιδί σας τα δώσατε και τον καλύτερο φίλο του στο αίμα τον ζώσατε.


Και τώρα...

Λυτρώθηκες;

Σκέψου μόνο πως εκεί στον παράδεισο τα παιδιά αγκαλιά σε κοιτάζουνε...

Μα ο γιος σου δεν έχει χαρά...

Γιατί ξέρει κάτι που εσύ αγνοείς...

Ξέρει πως δεν θα ανταμωθείτε ξανά...

Του παράδεισου η πύλη με των αθώων παιδιών το αίμα στα χέρια σας να σπαρταρά κλείνει για πάντα ερμητικά...


Και ναι τώρα το ξέρω...

Λυτρώθηκες!

Πώς θα τον αντίκρυζες - έναν άγγελο - με τόσο μίσος στην καρδιά;


Σοφία Τανακίδου 

8/5/26

Το θαύμα.

 


Στα χέρια σου ίσα που χωρούσε,

στην αγκαλιά σου χάνονταν.

Μια στάλα ανθρωπάκι.

"Παιδί μου" το 'λεγες

Μα πίσω απ' την πλάτη σου οι γιατροί ψιθύριζαν.

"Δόλια μάνα δε θα της ζήσει".


Και συ το φώλιασες στα στήθη σου.

Το πότισες...

Νέκταρ ζεστό κι αθάνατο νερό.

Δική σου συνταγή.


"Θαύμα" είπαν οι γιατροί που έζησε.

Μα εσύ ήσουνα το θαύμα!

Αχ μάνα!

Γλυκιά μου μάνα!!


Σοφία Τανακίδου

12/5/18


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Ορφανό πουλί.

 


Έξι χρονών ήταν σαν έμεινε ορφανό...

Στα χεράκια του λέγανε ξεψύχησε η μάνα του, ο πατέρας δούλευε ως αργά, γύρισε κατάκοπος απ' τα χωράφια και τους βρήκε αγκαλιά να κοιμούνται...

Έτσι νόμιζε...

Μα η γυναίκα του δεν ξύπνησε ποτέ...

Ορφανό, το φώναζαν οι γείτονες από εκείνο το βράδυ κι ο πατέρας του όταν γύριζε κουρασμένος όπως πάντα δεν του θύμιζε το όνομά του... είχε πολλές έγνοιες κι εκείνος, του 'λειπε το ταίρι του, πονούσε και συγχρόνως έπρεπε να ταΐσει και το ορφανό του...

Δεν προλάβαινε να το αγκαλιάσει, πάντα το έβρισκε να κοιμάται...

Μα και κείνο δεν έψαχνε ποτέ την αγκαλιά του, δεν γνώριζε πως είχε...

Ήταν κι αυτό κουρασμένο...

Ολημερίς ανέβαινε στα δέντρα, ψηλά, όλο και πιο ψηλά...

Και τ' άλλα παιδιά του χωριού ανέβαιναν μαζί του, αλλά ποτέ τόσο ψηλά όσο το ορφανό, δεν μπορούσαν να τον φτάσουν, του φώναζαν να κατέβει να παίξουν και με άλλα παιχνίδια μα αυτό δεν άκουγε...

Τι κι αν οι γονείς τους τους λέγαν να το παίζουν γιατί το λυπόντουσαν, τα παιδιά καταλάβαιναν ότι τ' ορφανό δεν αποζητούσε ποτέ την παρέα τους... προτιμούσε τα πουλιά...

Μιλούσε με τα πουλιά εκεί ψηλά στα δέντρα, είχε μάθει όλες τις μελωδίες τους, σφύριζε στον ρυθμό τους κι εκείνα στέκονταν και τον άκουγαν και τα παιδιά για έναν ανεξήγητο λόγο ένιωθαν πως τα πουλιά τον καταλάβαιναν κι όχι μόνο τον καταλάβαιναν αλλά του απαντούσαν κιόλας 

"Τ' ορφανό ξέρει την γλώσσα των πουλιών" έλεγαν στους γονείς τους κι αυτοί γελούσαν και τους έλεγαν πως δεν πρέπει να το κοροϊδεύουν το έρμο...

Μα τα παιδιά δεν το κορόιδευαν, αυτό που συνέβαινε εξιστορούσαν, αυτό που βλέπαν με τα μάτια τους κι άκουγαν με τα αυτιά τους...

αλλά οι μεγάλοι που να το καταλάβουν...

δεν είχαν ανέβει ποτέ στα δέντρα ψηλά μαζί του για να το δουν...

Ούτε είχαν ακούσει τα τελευταία λόγια της μάνας του, όταν ξεψυχούσε μέσα στα χεράκια του, καθώς τ' αποχαιρετούσε στην αγκαλιά της, αυτοί ορφανό το φώναζαν μα εκείνο ήξερε το όνομά του γιατί πάντα έτσι το φώναζε η μάνα του.

Πάντα μέχρι την τελευταία της στιγμή...

"Πουλάκι μου"


Σοφία Τανακίδου 

10/5/26

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Με την καρδιά μου!!

 


Κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα του κάστρου που την είχε φυλακισμένη το τέρας την πεντάμορφη και της είπε:

"Μπορείς να φύγεις αν με βλέπεις σαν τέρας, μόνο πρόσεξε, γιατί εκεί έξω κυκλοφορούν τέρατα με μάσκες αγγέλων.

Να θυμάσαι ότι

εγώ μάσκα δε φόρεσα ποτέ για να σε ξεγελάσω

με την καρδιά μου αγάπησα την καρδιά σου, όχι την ομορφιά σου"


Σοφία Τανακίδου

10/4/20

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Σιωπή

 


Και να που γέρνει πάλι η πλάστιγγα στην σιωπή...

Πόσο βαριά πανάθεμά την είναι...

Και τους έχεις να ωρύονται πως δεν ακούγεται...

Η σιωπή δεν ακούγεται;

Χιλιόμετρα διανύει ο διαπεραστικός ήχος της.

Λυγίζει καντάρια και πλάστιγγες το βάρος της...

Και μπαίνει τόσο βαθιά μέσα στο βλέμμα που σε τυφλώνει...

Ασπίδα μου και μέλλον μου...

Πανάθεμά την!

Ολοζώντανη πάλι, ακέραια ουρλιάζει μόνο μέσα στα αυτιά μου

- Σσσσ.... μη φοβάσαι, εδώ είμαι, θα τα καταφέρουμε, δεν είσαι μόνος άνθρωπέ μου... σωπαίνεις καιρό το ξέρω... είσαι ό,τι πιο σιωπηλό γνωρίζω, γι' αυτό μένω μαζί σου, μεγαλώνω μέσα στο βλέμμα σου, παίρνω βάρος από την ψυχή σου κι αντρεύω...

Σσσσ... η σιωπή μας θα κάνει κρότο...


Σοφία Τανακίδου 

21/1/26

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Ο λύκος και η Κοκκινοσκουφίτσα.

 

Αυτός ο κόμπος στο χτένι

καθώς τα μακριά μαύρα μαλλιά σου βουρτσίζεις, πόσο ενοχλεί!

Κι η φωνή δίπλα του λύκου που ουρλιάζει  "Να τα κόψεις".

Κι εσύ τα κοιτάς στον καθρέφτη.

Τι όμορφα που είναι! Κυλούν και σκεπάζουν τους ώμους που δεν ανασήκωσες ποτέ!

Τι όμορφα που τους κρύβουν!

Κυλούν και σκεπάζουν το στήθος που εκεί μέσα κοιμάται μια καρδιά που δεν ξύπνησε ποτέ!! 

Τι όμορφα που κοιμάται!


Αυτός ο κόμπος στο χτένι, 

κι αυτή η φωνή του λύκου που ουρλιάζει καθημερινά.

Κι εσύ να φοράς την κόκκινη κάπα, 

ασορτί με τα κόκκινα σου μάγουλα, 

ασορτί με τα κόκκινα σου μάτια απ' το κλάμα.


Αυτός ο κόμπος στο χτένι που σε πονά λες φταίει..

Κι όχι ο λύκος που ουρλιάζει να κόψεις τα μαλλιά...

Μα αν κοπούν θα φανούν οι αδύναμοι ώμοι 

κι η κοιμισμένη καρδιά...

Κι ο λυγμός στο λαιμό που σπαρταρά και

προστάζει για χιλιοστή φορά...

- Κόψε Κοκκινοσκουφίτσα του λύκου την μαγκιά και θα πάψει ο κόμπος στο χτένι να ενοχλεί τα μαλλιά...


Σοφία Τανακίδου

Αφιερωμένο 

10/1/21