Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Στο παρά πέντε

 Ανέβηκα ψηλά στον ένατο.

Όχι ουρανό.
 Όσο ψηλά και να ανέβηκα στο πάτωμα ήμουν.
Πήγα στην άκρη της ταράτσας και στάθηκα εκεί.
Έπρεπε να ήμουν σίγουρη για αυτό.
Το σιγούρεψα στα 10 λεπτά δεν πήρε παραπάνω.
Τώρα έπρεπε να αποχαιρετήσω.
Ποιον πρώτα;
Ποιος νοιαζόταν για μένα;
Ποιος δεν γνώριζε πως έπρεπε να φύγω;

Άνοιξα το κινητό στις επαφές
σκαλισμένα δύο αρχικά μονάχα,
δεν χρειαζόταν παραπάνω για να σε βρω,
πάτησα την κλήση,
πάντα το σήκωνες με την πρώτη,
χρόνια τώρα που σε ξέρω.
Απόψε όχι!

Πώς θα σε αποχαιρετούσα;
Τζάμπα τόση προετοιμασία!
Τα χάλασες όλα!
Κατέβηκα ένα - ένα τα σκαλιά θλιμμένα,
έφτασα στο τελευταίο ράκος.

Ένιωσα τη δόνηση στα χέρια μου
Στο κινητό ζωγραφισμένα τα αρχικά σου
Το 'φερα στο αυτί να ακούσω τη φωνή σου
"Συγνώμη" είπες "δεν το άκουγα".
Γιατί ζητάς συγνώμη άραγε;
Που με άφησες πάλι να ζήσω;
"Πώς είσαι"; με ρωτάς και εγώ αποκρίνομαι...
"Καλά... όλα καλά" μη σε λυπήσω
...εξάλλου στο χρωστώ
που με άφησες πάλι να ζήσω.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Λυτρώθηκες;

 Και να τώρα...

Λυτρώθηκες;

Θέρισες μια ζωή... πισώπλατα!

Ένα άδειο κορμί από ανάσα

πεταμένο σαν σακίδιο στο χώμα...

Το κλωτσάς και το βρίζεις!

Το πτώμα; 

Ζωντανό πρώτα και μετά νεκρό με κατάρες το ντύνεις.

Το πτώμα;


Και να τώρα...

Λυτρώθηκες;

Του παιδιού σου τη μνήμη 

έτσι σέβεσαι;

Θα το σκότωνες άραγε 

αν στα χέρια του το τιμόνι κρατούσε κι ήταν αυτός ο υπαίτιος;...


Και να τώρα... 

Λυτρώθηκες;

Των άλλων παιδιών σου τη ζωή στην αγχόνη του τρόμου παρέδωσες.

Στο έλεος ενός πατέρα που σήμερα σε ρωτά με παράπονο...αν ο γιος σου αναστήθηκε...

Που σου λέει, πως τη ζωή του δικού του θα θυσίαζε, αν ο γιος σου πίσω θα γύριζε...

Ρωτώ πάλι ξανά...

Θα τον σκότωνες άραγε 

αν στα χέρια του το τιμόνι κρατούσε κι ήταν αυτός ο υπαίτιος;

Την δική σου ευθύνη μετέφερες...

Δυο φορές το δικό σας παιδί το σκοτώσατε, τα κλειδιά εσείς στο ανήλικο παιδί σας τα δώσατε και τον καλύτερο φίλο του στο αίμα τον ζώσατε.


Και τώρα...

Λυτρώθηκες;

Σκέψου μόνο πως εκεί στον παράδεισο τα παιδιά αγκαλιά σε κοιτάζουνε...

Μα ο γιος σου δεν έχει χαρά...

Γιατί ξέρει κάτι που εσύ αγνοείς...

Ξέρει πως δεν θα ανταμωθείτε ξανά...

Του παράδεισου η πύλη με των αθώων παιδιών το αίμα στα χέρια σας να σπαρταρά κλείνει για πάντα ερμητικά...


Και ναι τώρα το ξέρω...

Λυτρώθηκες!

Πώς θα τον αντίκρυζες - έναν άγγελο - με τόσο μίσος στην καρδιά;


Σοφία Τανακίδου 

8/5/26

Το θαύμα.

 


Στα χέρια σου ίσα που χωρούσε,

στην αγκαλιά σου χάνονταν.

Μια στάλα ανθρωπάκι.

"Παιδί μου" το 'λεγες

Μα πίσω απ' την πλάτη σου οι γιατροί ψιθύριζαν.

"Δόλια μάνα δε θα της ζήσει".


Και συ το φώλιασες στα στήθη σου.

Το πότισες...

Νέκταρ ζεστό κι αθάνατο νερό.

Δική σου συνταγή.


"Θαύμα" είπαν οι γιατροί που έζησε.

Μα εσύ ήσουνα το θαύμα!

Αχ μάνα!

Γλυκιά μου μάνα!!


Σοφία Τανακίδου

12/5/18


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Ορφανό πουλί.

 


Έξι χρονών ήταν σαν έμεινε ορφανό...

Στα χεράκια του λέγανε ξεψύχησε η μάνα του, ο πατέρας δούλευε ως αργά, γύρισε κατάκοπος απ' τα χωράφια και τους βρήκε αγκαλιά να κοιμούνται...

Έτσι νόμιζε...

Μα η γυναίκα του δεν ξύπνησε ποτέ...

Ορφανό, το φώναζαν οι γείτονες από εκείνο το βράδυ κι ο πατέρας του όταν γύριζε κουρασμένος όπως πάντα δεν του θύμιζε το όνομά του... είχε πολλές έγνοιες κι εκείνος, του 'λειπε το ταίρι του, πονούσε και συγχρόνως έπρεπε να ταΐσει και το ορφανό του...

Δεν προλάβαινε να το αγκαλιάσει, πάντα το έβρισκε να κοιμάται...

Μα και κείνο δεν έψαχνε ποτέ την αγκαλιά του, δεν γνώριζε πως είχε...

Ήταν κι αυτό κουρασμένο...

Ολημερίς ανέβαινε στα δέντρα, ψηλά, όλο και πιο ψηλά...

Και τ' άλλα παιδιά του χωριού ανέβαιναν μαζί του, αλλά ποτέ τόσο ψηλά όσο το ορφανό, δεν μπορούσαν να τον φτάσουν, του φώναζαν να κατέβει να παίξουν και με άλλα παιχνίδια μα αυτό δεν άκουγε...

Τι κι αν οι γονείς τους τους λέγαν να το παίζουν γιατί το λυπόντουσαν, τα παιδιά καταλάβαιναν ότι τ' ορφανό δεν αποζητούσε ποτέ την παρέα τους... προτιμούσε τα πουλιά...

Μιλούσε με τα πουλιά εκεί ψηλά στα δέντρα, είχε μάθει όλες τις μελωδίες τους, σφύριζε στον ρυθμό τους κι εκείνα στέκονταν και τον άκουγαν και τα παιδιά για έναν ανεξήγητο λόγο ένιωθαν πως τα πουλιά τον καταλάβαιναν κι όχι μόνο τον καταλάβαιναν αλλά του απαντούσαν κιόλας 

"Τ' ορφανό ξέρει την γλώσσα των πουλιών" έλεγαν στους γονείς τους κι αυτοί γελούσαν και τους έλεγαν πως δεν πρέπει να το κοροϊδεύουν το έρμο...

Μα τα παιδιά δεν το κορόιδευαν, αυτό που συνέβαινε εξιστορούσαν, αυτό που βλέπαν με τα μάτια τους κι άκουγαν με τα αυτιά τους...

αλλά οι μεγάλοι που να το καταλάβουν...

δεν είχαν ανέβει ποτέ στα δέντρα ψηλά μαζί του για να το δουν...

Ούτε είχαν ακούσει τα τελευταία λόγια της μάνας του, όταν ξεψυχούσε μέσα στα χεράκια του, καθώς τ' αποχαιρετούσε στην αγκαλιά της, αυτοί ορφανό το φώναζαν μα εκείνο ήξερε το όνομά του γιατί πάντα έτσι το φώναζε η μάνα του.

Πάντα μέχρι την τελευταία της στιγμή...

"Πουλάκι μου"


Σοφία Τανακίδου 

10/5/26