Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Ο πατέρας



Ήταν ακόμα χαράματα όταν ξεκίνησε για την δουλειά, τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια μάζευε από τους κάδους, χαρτιά, κουτάκια αναψυκτικών, γυάλινα μπουκάλια κι ότι μπορούσε να πουληθεί.
Αυτή ήταν η δουλειά του λοιπόν, ένας ρακοσυλλέκτης που είχε κάπου κάπου και τα τυχερά του, χάρη σε πολλούς αφηρημένους ανθρώπους που μαζί με τα σκουπίδια πετούσαν και πολύτιμα πράγματα όπως χρυσαφικά ή ακόμα και χρήματα.
Έτσι λοιπόν επιβίωνε τα τελευταία 17 χρόνια, γιατί σε άλλες δουλειές δεν τον δέχονταν κανείς, όλοι γνώριζαν το ποιόν του, δεν ήταν μόνο καυγατζής ηταν και επιρρεπής στο ποτό,
Ενας - δύο που τον πήραν στη δούλεψή τους αγανάκτησαν και τον έδιωξαν αμέσως, έτσι η δουλειά του ρακοσυλλέκτη ήταν η μόνη του διέξοδος.
Τρίτη Κυριακή του Ιούνη και η μέρα έδειξε από το πρωί ότι θα ήταν πολύ ζεστή, ευτυχώς είχε προβλέψει να πάρει μαζί του παγωμένο νερό για τον δρόμο, σταμάτησε στον πρώτο κάδο κι άρχισε να ψάχνει μέσα σε αυτόν αλλά δεν έβρισκε τίποτα κατάλληλο προς πώληση, θύμωσε τόσο που άρχισε να πετάει τις σακούλες με φόρα στο δρόμο
"Τι κάνετε; Θα ειδοποιήσω την αστυνομία" ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την απέναντι πολυκατοικία.
Γύρισε την κοίταξε φανερά εκνευρισμένος και της φώναξε
"Ότι γουστάρω θα κάνω κυρά μου, άντε στη δουλειά σου που σε ενοχλήσαμε"
Η γυναίκα αναγνωρίζοντας το ποιος ήταν ξαφνικά, είπε ένα "Ο τρελό - Γιάννης είναι;" και μπήκε στο σπίτι χωρίς να συνεχίσει την αντιπαράθεση γνωρίζοντας ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
Όλοι το ήξεραν, αν σε έβαζε στο στόμα του δεν σε ξεπλεναν ούτε οι καταρράκτες του Νιαγάρα.
Μέχρι το μεσημέρι είχε γεμίσει ήδη δυο σάκους με τα "πολύτιμα του" έτσι τα έλεγε πάντα και κατευθύνθηκε στο μέρος όπου τα πουλούσε, ήταν ένας ρωμά που τα αγόραζε κάνοντας τρελά παζάρια με όλους, με τον τρελό - Γιάννη όμως δεν εκανε παζάρια, πάντα τα πλήρωνε χωρίς πολλές κουβέντες, γιατί δεν ήθελε να μαλώσει μαζί του.
Μια φορά στις αρχές της συνεργασίας τους πήγε να τον κοροϊδέψει και ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε χάμω στο πάτωμα με ένα μαχαίρι σύριζα στον λαιμό του, από τότε δεν ξανατόλμησε να τα βάλει μαζί του.
Ο τρελό - Γιάννης πήρε το αντίτιμο από τα " πολύτιμα" του και κατευθύνθηκε προς μια μικρή ταβέρνα που ήταν το στέκι του, παράγγειλε ένα τσίπουρο με μεζέ, που μέσα σε λίγη ώρα έγιναν δύο κι ύστερα τρία.
Αφού τα ήπιε και μάλωσε όπως συνήθιζε με τον μαγαζάτορα γιατί θεώρησε ότι του φουσκωσε τον λογαριασμό, ξεκίνησε για το σπίτι.
Πριν φτάσει όμως σταμάτησε δυο στενά από το σπίτι χώθηκε σε μια πολυκατοικία που είχε μείνει στα μπετά και έριξε έναν μικρό υπνάκο.
Δύο ώρες του ήταν αρκετές για να ξεκουραστεί και να ξεμεθύσει.
Κοίταξε το παλιό του ρολόι και με δυσκολία προσπάθησε να διαβάσει την ώρα, γιατί το τζάμι απ' το ρολόι είχε ραγίσει
"Δεν θα πετάξει κανείς στα σκουπίδια κανένα ρολόι;" μονολόγησε "δύο μήνες τώρα σπασμένο να μην μπορώ να βρω ένα καινούργιο, την γκαντεμιά μου μέσα" συνέχισε βρίζοντας.
Είχε πάει πέντε το απόγευμα, έπρεπε να γυρίσει σπίτι, ήταν η ώρα που πάντα επέστρεφε, σηκώθηκε αστραπιαία χτένισε με τα χέρια του τα μαλλιά του, πήρε μέσα από το σακίδιο που πάντα κουβαλούσε στην πλάτη μια καθαρή μπλούζα, την φορεσε, έβαλε την λερωμένη από τα σκουπίδια στο σάκο και ξεκίνησε για το σπίτι.
Άνοιξε προσεχτικά την πόρτα έβγαλε τα παπούτσια του και κατευθύνθηκε πατώντας στις μύτες μέσα στον χώρο για να μην ξυπνήσει την κόρη του, ήξερε πως ήταν η ώρα που εκείνη πάντα σχεδόν κοιμόταν αφού γύριζε από το σχολείο και ετοίμαζε το φαγητό, ξεκουραζόταν γιατί διάβαζε μέχρι αργά το βράδυ γιατί φέτος θα έδινε για το πανεπιστήμιο.
Είχε χάσει την μητέρα της στην γέννα πριν από δεκαεφτά χρόνια και την μεγάλωνε μόνος του χωρίς καμία βοήθεια από κανέναν.
Στο τραπέζι είχε σκεπασμένο το φαγητό του όπως συνήθιζε καθημερινά, το ξεσκέπασε και κάθησε να το γευτεί, όταν πρόσεξε δίπλα στο πιάτο ένα μικρό κουτί δώρου.
Ξετύλιξε το δώρο.
Είχε μέσα ένα μαύρο ρολόι χειρός και μια κάρτα.
Την άνοιξε και διάβασε το περιεχομενο ενώ συγχρόνως σκούπιζε ξανά και ξανά τα μάτια του που δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν.
"Σήμερα είναι η γιορτή του πατέρα.
Κι εγώ έχω τον καλύτερο μπαμπά του κόσμου!
Χρόνια πολλά μπαμπά μου!!
Σου αγόρασα αυτό το ρολόι για να βλέπεις πάντα την ώρα για να γυρίσεις σπίτι που σε περιμένω!!
Σε αγαπώ πολύ!!!"

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Ένας ξαφνικός θάνατος



Η εκκλησία είχε πλημμυρίσει από κόσμο, περίεργο για καθημερινή μέρα, Τρίτη ήταν κι είχε μια ζέστη ανυπόφορη, ο ήλιος είχε την τιμητική του, έλαμπε και έκαιγε τόσο που θαρρείς και το έκανε επίτηδες.
    «Σαραντάρι θα χτυπήσει σήμερα»
 της είχε πει το πρωί ο άντρας της, μα εκείνη δεν απάντησε, φόρεσε βιαστικά ένα μαύρο παντελόνι κι ένα μαύρο μπλουζάκι και ύστερα ετοίμασε καφέ στο σέικερ για τον δρόμο, είχαν μία ώρα διαδρομή για να φτάσουν στον προορισμό τους, μία ώρα σχεδόν που εκείνος μιλούσε συνεχώς χωρίς να παίρνει ούτε μια λέξη απάντησης, συνέχιζε όμως να μιλά φροντίζοντας να μην αφήσει την σιωπή να φωλιάσει μέσα στο αμάξι όπως είχε φωλιάσει μέσα στα μάτια της.
Συνέχισε λοιπόν να μιλά πότε για τον καιρό, πότε για την κίνηση και ποτέ σε όλη την διαδρομή για τον τελικό προορισμό τους, ποτέ για το λόγο που έκαναν αυτή την πρωινή ξαφνική βόλτα.
   Ήταν περασμένες μία τα μεσάνυχτα
όταν χτύπησε το τηλέφωνο, αυτά τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα δεν είναι για καλό «Πέθανε ο Στέφανος» είπε μια απελπισμένη γυναικεία φωνή «Καρδιά» συμπλήρωσε στην ερώτηση «Από τι;» κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε η σιωπή, μία παγωμένη σιωπή, κι ένα παγωμένο βλέμμα που δεν έκλεισε μάτι μέχρι το πρωί, έμεινε εκεί να κοιτάζει όλη τη νύχτα το ταβάνι αναπνέοντας βαριά.

Δεν άναψε κερί μπαίνοντας στην εκκλησία, κατευθύνθηκε μηχανικά προς το φέρετρο που στεκόταν στη μέση της αίθουσας, ένα φέρετρο που είχε ήδη αγκαλιάσει μια λεπτή γυναικεία φιγούρα πνιγμένη στα δάκρυα, που μόνο όταν την είδε το άφησε για ένα λεπτό και χώθηκε στην αγκαλιά της φωνάζοντας «Τον έχασα, τον έχασα».
Δεν ανταπέδωσε το αγκάλιασμα, ούτε όμως και το απόφυγε, ούτε καν ψέλλισε ένα λόγο παρηγοριάς για να την ηρεμήσει, στεκόταν εκεί μετέωρη σαν ένα παγωμένο άκαρδο άγαλμα με το βλέμμα αφημένο πάνω στον νεκρό δίχως ίχνος συναισθήματος στο πρόσωπο της, ωσότου η γυναίκα ξεκόλλησε από πάνω της και ξανααγκαλιασε το φέρετρο κλαίγοντας με βοή που ράγιζε καρδιές.
Μόνο την δική της δε ράγιζε, κανείς δε μπορούσε να την ραγίσει.

«Πολύ συναισθηματική είσαι» άκουσε
την φωνή του Στέφανου να της ψιθυρίζει στο αυτί.
«Πρέπει να μάθεις να μην κλαίς με το παραμικρό, στη ζωή θα αντιμετωπίσεις πολλές δύσκολες στιγμές, αν κλαίς για το ασήμαντο, στα σημαντικά τι θα κάνεις;».
«Ποιο είναι το ασήμαντο; Αυτά που νιώθω; Που σπαράζει η ψυχή μου από πόνο, το λες ασήμαντο; Δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ για αυτό το λες! Πονάω, δε μπορείς να με νιώσεις, δε μπορείς αν δεν το ‘χεις περάσει».
«Ναι, έχεις την αποκλειστικότητα, μόνο εσύ έχεις ερωτευτεί, μόνο εσύ έχεις καρδιά, εμείς όλοι οι υπόλοιποι άκαρδοι, το ομολογώ».
«Δεν είπα ότι δεν έχεις καρδιά, είπα ότι δεν πόνεσες ποτέ όσο εγώ».
«Και ποιος μπορεί να ξέρει πόσο πονάει ο άλλος; Είναι μέτρο το δάκρυ;
Θα στο πω για πρώτη και τελευταία φορά μικρή μου κι αν θες πίστεψε με, υπάρχει ένας πόνος τόσο δυνατός που όταν σε αγγίζει παγώνει και τα δάκρυα και την καρδιά και σου εύχομαι να μην τον νιώσεις ποτέ σου».

   Η λειτουργία ήταν άκρως συγκινητική, ο ιερέας τελείωσε μιλώντας για το ήθος του εκλιπόντα, για την ενάρετη ζωή του, για την βοήθεια που πρόσφερε στους συγχωριανούς του, για τον καλό λόγο που είχε για όλους.
«Ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας φίλος, ένας σύζυγος, ένας πατέρας» κατέληξε και δεν υπήρχε ούτε ένας μέσα στο εκκλησίασμα που να μην δάκρυσε.
Ούτε ένας ; Όχι υπήρχε ένας.
Ένας που είχε έρθει η στιγμή να μάθει πως υπάρχει κι ένας πόνος που δεν βρίσκει διέξοδο από τα μάτια αλλά φυλακίζεται μέσα στην ψυχή και σε τρώει από μέσα.

Το νεκροταφείο δεν ήταν μακριά, μία απόσταση μικρή που ωστόσο κάτω από το βάρος της ψυχικής φόρτισης και από τον καυτό ήλιο φάνηκε ατελείωτη για όλους.
Το τελευταίο δράμα παίχτηκε πάνω από το μνήμα, οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί, τα τελευταία δάκρυα, που δεν θα ήταν ποτέ τα τελευταία για την οικογένεια του παρά μόνο για τους υπόλοιπους.
Ένας - ένας αποχαιρέτησαν τον νεκρό και πήραν το δρόμο για την αίθουσα όπου θα έπιναν τον πικρό καφέ της συγχώρεσης.
Κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα πρόσωπο που παρέμεινε εκεί, ίσως μόνο ο άντρας της που την κοίταξε για λίγο τρυφερά κι ύστερα της ψιθύρισε «Πάρε το χρόνο σου» κι έφυγε αφήνοντάς την, ξέροντας μέσα του ότι ακόμα κι αν της ζητούσε να έρθει μαζί του θα ήταν ανώφελο.
Όταν έφυγαν όλοι έσκυψε και κάθισε χάμω χαϊδεύοντας με την παλάμη της απαλά το χώμα σαν να μην ήθελε να τον ξυπνήσει.
«Δεν εκπληρώθηκε η ευχή σου φίλε μου» μονολόγησε «ξέρω πως μου την έδωσες με την καρδιά σου αλλά δεν πέτυχε, πονάω, τώρα ξέρω κάτι που δεν έπρεπε έτσι να το μάθω, ο πόνος του έρωτα και της σάρκας δεν είναι τίποτα μπροστά στον πόνο της ψυχής, όταν χάνεις την ψυχή σου ο πόνος δεν έχει μέτρο κι εσύ ήσουν η ψυχή μου».

Ο άντρας της κοίταζε συνέχεια την πόρτα της αίθουσας περιμένοντας τον ερχομό της, ο κόσμος σιγά σιγά έπινε τον καφέ του και έφευγε εκείνη όμως δεν έλεγε να γυρίσει, κάποια στιγμή σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μνήμα μην μπορώντας να περιμένει άλλο, όλοι σχεδόν είχαν ήδη φύγει.
Είδε από μακριά το κορμί της μπρούμητα ξαπλωμένο πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, έφτασε δίπλα της, την άγγιξε τρυφερά και χάιδεψε τα μαλλιά της.
«Έλα γλυκιά μου πρέπει να φύγουμε» της ψιθύρισε αλλά εκείνη δεν κινήθηκε.
Την σήκωσε με προσοχή στην αγκαλιά του κι αντίκρυσε το παγωμένο ίδιο βλέμμα που είχε από την προηγούμενη νύχτα, μόνο που τώρα δεν ήταν μόνο το βλέμμα της παγωμένο, αλλά ολόκληρο το κορμί της τόσο παγωμένο που έκανε αντίθεση με τον καυτό ήλιο που έλαμπε μέσα στα ορθάνοιχτα καταπράσινα μάτια της.