Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ανθρωποι κυκλώνες.

 

Ο καιρός όσο άστατος και να γίνει κάπως σε προειδοποιεί..

Με το πρώτο σύννεφο.

Με το πρώτο δάκρυ του ουρανού.

Με το πρώτο αγέρι.

Απ' τους ανθρώπους κυκλώνες πως να γλυτώσεις,

που ενώ νομίζεις πως σε σφίγγουν στην αγκαλιά τους για να σε προστατέψουν,

αυτοί απροειδοποίητα σε τυλίγουν, 

σε σηκώνουν ψηλά 

και σε πετάν αναπάντεχα στο κενό.

Αυτούς να προσέχεις, από αυτούς να φυλάγεσαι....

Ανώτεροι κι από τη φύση, ζουν ανάμεσα μας και δρουν υπόγεια,

 χωρίς οίκτο, 

σε κοιτάζουν και χαμογελούν 

και συ δε ξέρεις οτι είσαι ήδη στο μάτι του κυκλώνα.


Σοφία Τανακίδου

30/9/18

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Με την ευχή της μάνας

 


Απόψε ανοίγεις τα φτερά σου

για να πετάξεις μακριά μου

Απόψε χάνω την αγκαλιά σου

κι έχει ένα πλάκωμα η καρδιά μου.


Και σε κοιτάζω! 

Και τα κοιτάζω! 

Αχ τα φτερά σου πως σου ταιριάζουν! 

Φτερά δεν έχω να ακολουθήσω 

ούτε και θέλω να στα γκρεμίσω 

ό,τι φτερά είχα απο μένα 

χρόνια τα έραβα πάνω σε σένα.

Για τα όνειρα σου με τα φτερά σου και την ευχή μου πάντα σιμά σου

απόψε φύγε, ψυχή μου βιάσου...


Κλείσε τα μάτια να μην κοιτάζεις 

την αγκαλιά μου που θα αδειάζει 

Κλείσε τα αυτιά σου να μην ακούσεις 

και την καρδιά μου που θα σπαράζει.

Μην κάνεις πίσω και μην γυρίσεις 

για τα όνειρα σου με τα φτερά σου και την ευχή μου πάντα σιμά σου

απόψε πέτα, παιδί μου βιάσου...


Σοφία Τανακίδου 

8/11/24


Σήμερα γιορτή των αγγέλων αφιερωμένο στους αγγέλους μας που ανοίγουν τα φτερά τους και πετάνε μακριά και ψηλά για να ζήσουν τα όνειρα τους.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Τα παραμύθια της μαμάς.

 

Πρώτο παραμύθι 


Δε με μεγάλωσε η μαμά μου

με παραμύθια,

μα με νανούριζε μονάχα

με αλήθεια,

σκληρή αλήθεια που με προσπερνούσε

και σαν παιδάκι την ψυχή μου τυραννούσε.


Η πιο σκληρή της μάνας μου αλήθεια

ο ερχομός μου που της έκαιγε τα στήθια.

Γιατί πριν έρθω στη ζωή της

είχε χάσει, ένα παιδί που πριν

από μένα είχε πιάσει.


Με δόλο έλεγε της το πήραν

πριν ανθίσει,

πριν την καρδούλα του

μες το σώμα της ακούσει.

Πολλά παιδιά και φτωχικά τα χρόνια

μα εκείνη το πονούσε ακόμα.

Και όταν με ένιωσε στα στήθη της μετά

έγινα η δική της γιατρειά.


Γεννήθηκα μία Κυριακή του Μάρτη ευλογημένη μέρα

έλεγε θυμάμαι,

ανάμεσα σε δύο γιορτές μεγάλες

την ώρα που χτυπούσαν οι καμπάνες.


-Δεν σε πήρε ο μπαμπάς σου

αγκαλιά

Μου το 'λεγε πάντα σκληρά.

-Αλλά εγώ σε αγκάλιασα διπλά

σαν να 'χα δυο παιδιά στην αγκαλιά.


Πολλά κορίτσια για τον μπαμπά

αγόρι με φανταζότανε εμένα.


Στο πρώτο χρόνο της ζωής μου

έτρεχα σαν αγρίμι

και χάθηκα στου χωριού

το πανηγύρι.

Με βρήκαν δυό ξένοι

απ' την Αθήνα

-Το τυχερό μας θα 'ναι Κυρία

δεν έχουμε εμείς παιδιά,

εσύ έχεις τρία.

Πριγκίπισσα θα'ναι για μας

η μικρή σου ή Σοφία.


Έχετε δει κλωσσα σε χωριό

να της κλέβουνε το αυγό;

Αυτή ήταν η μαμά μου...

Και όταν τη κοίταζα σκληρά

και τη ρώταγα μετά

-Γιατί δε μ' εδωσες γιατί;

Θα ήμουνα τώρα σπουδαία.

Παίρναν τα μάτια της φωτιές.

-Σοφούλα μου τι είναι αυτά που λες 

Ακόμα πιο σπουδαία;!!!


Και όταν έχασα εγώ

το τρίτο μου μωρό

Έκλαιγε πιο πολύ από μένα

και μου το θύμιζε συχνά.

Και έλεγα

"φτάνει πια μαμά δε θέλω να θυμάμαι"

Και απαντούσε κυνικά

Πόσο σκληρή ήσουν μαμά!!

-Είναι στα μάτια σου

όλα γραμμένα...


Αχ μάνα τι τα γράφω αυτά.

Τα παραμύθια σου αβάσταχτα

για μένα.

Τα γράφω όμως στο Θεό,

μόνο αυτόν παρακαλώ

να κάνει κάτι και για σένα..


Στον Αγιο Πέτρο μία εντολή

να ανοίξει την πύλη την κλειστή 

για ένα λεπτό,

όταν θα πάρει και εσένα.

Αυτό το αγέννητο μωρό

που Αγγελος Του έχει γίνει

να το αγκαλιάσεις μία στιγμή

κι ύστερα ότι θέλει ας γίνει.


Γιατί έτσι τελειώνουν

Τα παραμύθια μαμά

Εσύ καλά και μεις

Καλύτερα....


Σοφία Τανακίδου

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Άνοια.

 


Στο πρώτο ξύπνημα η γυναίκα κοιτάζει γύρω γύρω το δωμάτιο. 


- Που βρίσκομαι άραγε; μονολογεί.


Εκτός από το κρεβάτι της, δίπλα της βρίσκεται κι ένα κομοδίνο γεμάτο κορνίζες με φωτογραφίες. 

Στον τοίχο πάνω απ' το προσκέφαλο της ένα μεγάλο κάδρο με μια νυφική φωτογραφία.

Σηκώνεται και παίρνει μια μια τις κορνίζες και τις κοιτάζει εξεταστικά από κοντά. Φωτογραφίες ανθρώπων που χορεύουν, που τρώνε όλοι μαζί, που γελάνε... και νύφες...

Δεν ξέρει ποιοι είναι...

Τα πρόσωπα τους δεν της λένε τίποτα...

Χαίρεται όμως που είναι γελαστά και νιώθει μια γαλήνη στην ψυχή της.


Ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο.


- Ξύπνησες; Κοιμήθηκες καλά; την ρωτάει χαμογελώντας.


Δεν την ξέρει... μα για να της χαμογελά κάποια γνωστή είναι.


- Καλά, Δόξα το Θεό! Καλά... απαντά.


Η ξένη γυναίκα της αφήνει στα χέρια ένα χάπι.

 

- Πιες το και θα σου ετοιμάσω να φας μετά, της λέει, δίνοντας της το χάπι μαζί με ένα ποτήρι νερό.


Τα πίνει... χωρίς να ρωτήσει τι χάπι είναι...

Δεν ξέρει το λόγο, αλλά βαθιά μέσα της νιώθει πως δεν πρέπει να φοβάται, πως πρέπει να την εμπιστευτεί, εξάλλου της χαμογέλασε πριν... κι ακόμη της χαμογελάει... δείχνει κουρασμένη μα χαμογελάει μόλις την κοιτάζει...

Αλλά θέλει να μάθει κιόλας.


- Ποια είσαι; την ρωτάει.


Κι ακούει τον αναστεναγμό της ξένης γυναίκας κι έναν λυγμό μέσα από το χαμόγελο που σπάει.

 

- Εγώ είμαι μάνα η κόρη σου, η μικρή σου.


- Έχω εγώ κόρη;


- Πολλές μάνα, εγώ είμαι η μικρή. 


- Δε θυμάμαι, συγνώμη παιδί μου.


- Δεν πειράζει μάνα, έλα να φας σουπίτσα. 


Πιάνει το κουτάλι, τα χέρια της τρέμουν πολύ, της φεύγει από τα χέρια και πετάγεται η κουταλιά της σούπας πάνω της.

Τρομάζει!


-Δεν πειράζει μάνα, ακούει την φωνή της γυναίκας δίπλα της, που της σκουπίζει απαλά τώρα το στόμα και τα χέρια.


Δεν ξέρει ποια είναι, αλλά νιώθει μέσα της πως μπορεί να την εμπιστευτεί.


- Ευχαριστώ, ποια είσαι;  την ρωτά.


- Η κόρη σου μάνα, η μικρή σου.


Ακούει την φωνή της κουρασμένη, ακούει τον αναστεναγμό της, αλλά ακόμη της χαμογελά.


-Να σε βοηθήσω; την ρωτάει τώρα η φωνή κι απλώνει το χέρι να της πάρει το κουτάλι.


-Όχι! Μόνη μου θα φάω! Τι είμαι μωρό να με ταΐζεις εσύ;


Θυμώνει! Κι αρπάζει το κουτάλι της πίσω.


Κι η γυναίκα τραβιέται χωρίς αντίρρηση... 


- Ποια είσαι; την ρωτά.


Αργεί να απαντήσει. Γιατί αργεί;


- Ποια είσαι; Δεν ακούς; Κουφάθηκες; Ποια είσαι;


- Η κόρη σου μάνα. Φάε θα κρυώσει η σούπα σου.


Κοιτάζει το φαγητό μπροστά της, τρώει δύο γουλιές. 


- Εσύ είσαι η νύφη στη μεγάλη φωτογραφία πάνω από το κρεβάτι μου; Της μοιάζεις! ρωτάει στην γυναίκα που στέκεται απέναντι της.


- Όχι, μάνα, εγώ είμαι στην μικρή στο τραπεζάκι. Στην μεγάλη πάνω από το κρεβάτι είσαι εσύ η νύφη.


- Εγώ;


Σηκώνεται από το τραπέζι βιαστικά και πάει στο δωμάτιο. Κοιτάζει από κοντά το κάδρο. 


- Εγώ είμαι ναι! Ήμουν πολύ ωραία νύφη! Οι άλλες νύφες στις κορνίζες ποιες είναι;


- Οι κόρες σου μάνα, κι οι εγγονές σου...


- Έχω εγώ εγγόνια;


- Ναι μάνα. 


- Σιγά, ψέματα, πότε πρόλαβα εγώ να παντρέψω παιδιά. Πόσο χρονών είμαι;


- Δε θυμάσαι μάνα;

Δεν ξέρεις πόσο χρονών είσαι;


- Πόσο νάμαι; Δεν είμαι και μεγάλη! Είμαι σαράντα;


- Τα μισά θυμάσαι μάνα;

Ή κρύβεις τα χρόνια σου; 


Η γυναίκα γελάει με πίκρα.


- Με κοροϊδεύεις; 


- Όχι μάνα, δε σε κοροϊδεύω, είμαι κουρασμένη, ήρθα κατευθείαν από την δουλειά, πρέπει να φύγω, αλλά θα ξανάρθω το βράδυ...


- Κι εγώ θέλω να φύγω. 


- Πού θες να πας μάνα;


- Στο σπίτι μου! Στη μάνα μου! Αλλά δεν θυμάμαι το δρόμο; Τον ξέρεις; Θα με πας σε παρακαλώ; Πεθύμησα την μάνα μου! Θέλω να βγω να ψάξω που είναι η μάνα μου!


- Κι εγώ θέλω την μάνα μου... 


- Έχασες κι εσύ τον δρόμο για το σπίτι σου; Πού μένεις; Μήπως μπορώ εγώ να σε βοηθήσω; Πάμε! Πάμε να ψάξουμε μαζί! Θα βοηθήσουμε η μία την άλλη.


- Όχι τώρα μάνα. Είμαι πολύ κουρασμένη! Αύριο! Ναι; Αύριο θα ψάξουμε. Ξάπλωσε τώρα!


- Να πας να ξεκουραστείς κορίτσι μου. Ευχαριστώ που ήρθες! Να ξανάρθεις! Δεν ξέρω ποια είσαι, αλλά έχεις όμορφο χαμόγελο και μου αρέσει η παρέα σου! Να έρχεσαι...


- Θα έρχομαι, μην ανησυχείς μάνα... θα έρχομαι.


Βγαίνει έξω, κλειδώνει την πόρτα πίσω της.


Μια γειτόνισσα την σταματά από έξω .


- Στην μαμά σου ήσουν; Πώς είναι;


- Έχουμε απελπιστεί. Κάθε μέρα και χειροτερεύει! Φοβάμαι! Δεν μας γνωρίζει πια καθόλου! Είναι τρομακτικό!


- Μη φοβάσαι...

Το τρομακτικό στην ζωή δεν είναι να μην θυμάσαι κορίτσι μου...

Το τρομακτικό είναι να μην σε θυμούνται αυτοί που θυμούνται...

Κι η μάνα σας, δεν θα το ζήσει, αυτό ποτέ... όσο είστε δίπλα της...


Σοφία Τανακίδου

21/8/26

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Απολογισμός.

 


Μισώ θανάσιμα την ποίηση!

Από παιδί δεν ξέκοψε ούτε ένα λεπτό από δίπλα μου.

Την έδιωχνα, κι αυτή κολλούσε ερμητικά πάνω μου σαν στρείδι.

Ούτε θέλω να θυμάμαι πόσο άσχημα της φέρθηκα!

Την έκρυβα να μην την δουν.

Την έσκιζα κομματάκια.

Την έσβυνα και την μουντζούρωνα ατέλειωτες φορές.

Την έκαιγα άλλες τόσες!

Κανείς δεν την μίσησε περισσότερο από μένα!

Κι όσοι σήμερα με λένε "ποιητή" δεν έχουν ιδέα πόσο αισχρά της φέρθηκα.

Αν ήξεραν, δεν θα με χαρακτήριζαν έτσι!

Ιδέα δεν έχουν!!


Σοφία Τανακίδου

12/6/21