Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Τα σ' αγαπώ που δε θα πω!

Αυτά τα σ' αγαπώ φοβάμαι
που λέγονται και γράφονται άφοβα, σαν καθημερινό φαγητό όταν σερβίρονται, σαν τις ειδήσεις που λένε τον καιρό την ίδια ώρα απαράλλακτο με χτες.
Αυτά τα σ' αγαπώ φοβάμαι που δεν σου 'χω πει κι αναζητάς ανάμεσα στον καφέ και στις διαφημίσεις μιας ταινίας
Αυτά τα σ' αγαπώ φοβάμαι που δεν έμαθα να λέω, αυτά που εκβιάζεις στις ερωτήσεις σου όταν ρωτάς αν σ' αγαπώ...
Αν δε σε αγαπούσα θα στο έλεγα
Αν δε σε αγαπούσα θα το καταλάβαινες
Αν δε σε αγαπούσα θα το έβλεπες
Δε θα'μουν εδώ... στον πρωινό καφέ, στο τραπέζι του φαγητού, στις διαφημίσεις ανάμεσα στις ταινίες, στο πεντάλεπτο του καιρού...
Αν δε σε αγαπούσα θα σου το έλεγα...
Μα τώρα που σε αγαπώ θέλω να το βλέπεις...
Είμαι εδώ...
Αν δε σε αγαπούσα απλά θα άνοιγα την πόρτα και θα σου 'λεγα "φεύγω εγώ" γιατί εμένα δε με κρατάνε τα σ' αγαπώ σου, με κρατάνε τα σ' αγαπώ που δε θα πω...


Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Η ψυχή σου



Σου είχα πει...
Ένα μοναδικό ταξίδι στην ψυχή σου θέλω.
Ξυπόλητη θα μπω μη φοβάσαι,
ανάλαφρα θα διασχίσω τους δρόμους της,
στα τείχη της θα αναρριχηθώ,
δε θα γκρεμίσω,
ούτε τις κλειστές πόρτες θα διαρρήξω,
όπου μ' αφήσεις θα κοιτάξω,
όπου επιτρέψεις θα περάσω!

Και είπες.
Δεν έχει κλειδωμένες πόρτες
η ψυχή μου, ούτε τείχη,
μα ούτε δρόμους έχει να διαβείς
Αν θες ταξίδι μέσα της,
μάθε πρώτα να πετάς,
γιατί η ψυχή μου είναι ουρανός!!
Κι εγώ ετοιμάζω φτερά από τότε!!!

Πιο πίσω τα όνειρα



Πεταμένα στο ντουλάπι τα όνειρα σου
ανάμεσα στη ζάχαρη και στον καφέ.
Κάθε που τ' άνοιγες χαράματα
τους έριχνες μια γρήγορη ματιά
με νυσταγμένα μάτια,
άπλωνες τα χέρια
στα βαζάκια της ζάχαρης και του καφέ, πιστεύοντας πως ο καφές θα σε ξυπνήσει.
Τον έφτιαχνες πάντα γλυκό
μα δε σε γλύκανε ποτέ.
Τον έφτιαχνες πάντα διπλό
μα δε σε ξύπνησε ποτέ.
Και στο ντουλάπι στρίμωχνες καθημερινά
πιο πίσω τα όνειρα,
όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω...
μέχρι που τέλειωσε ο καφές
κι απόμεινε ένας κόκκος ζάχαρη,
την έγλυψες κι είχε μια πίκρα αλλόκοτη.
Αναρωτήθηκες γιατί!!
Έψαξες βιαστικά στο ντουλάπι πίσω, πίσω,
εκεί που καταχώνιαζες τα όνειρα...
αυτά έφταιγαν για την πίκρα...
είχαν πεθάνει κι έσταζαν σαν φαρμάκι...

Ήχοι καμπάνας



Κι όταν ακούω να χτυπάει η καμπάνα πένθιμα
δε ξέρω πάντα για ποιον χτυπάει.
Μα ξέρω πως δε χτυπάει για μένα!
Γιατί όταν για μένα θα χτυπήσει δε θα την ακούσω εγώ!
Φεύγουμε πριν η ηχώ της πένθιμα για μας χτυπήσει.
Φεύγουμε άξαφνα πιστεύοντας πως είμαστε αθάνατοι.
Ίσως ποιος ξέρει να μη μάθουμε ποτέ ότι φύγαμε...
Ίσως μαζί με την ανάσα να σβήνει κι ο ήχος της...
Μα και τον ήχο της να ακούσω δεν τον φοβάμαι
Αυτό που φοβάμαι είναι ο τρόμος μην δεν έζησα...
Κι αυτή η ηχώ μες το κεφάλι της καμπάνας μην είναι η φωνή που δεν ακούω ότι φωνάζει  ...ζήσε..ζήσε...