Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Ανοίξτε την πόρτα.




Παραμονή Χριστουγέννων.

Δεν ήθελε να σηκωθεί και δεν έφταιγε το κρύο. 

Η θερμοκρασία είχε πέσει στους 13 βαθμούς μέσα στο σπίτι, κάτω από τα σκεπάσματα όμως ήταν ζεστά ακόμη, μέσα της δεν ήταν...

Χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές, το άκουγε αλλά δεν άνοιγε. 

Πώς να ανοίξει; 

Αφού δεν είχε δύναμη να σηκώσει ούτε το χοντρό πάπλωμα από πάνω της, ούτε από μέσα της το πάπλωμα της ψυχή της. 

Το κουδούνι συνέχιζε να χτυπάει σχεδόν ανά δεκάλεπτο.

 Ήξερε πως ήταν παιδάκια που έλεγαν τα κάλαντα, άκουγε τους γρήγορους βηματισμούς τους καθώς έφευγαν στεναχωρημενα που δεν τους άνοιξαν την πόρτα, που δεν τους έδωσαν το "μπαξίσι" τους. 

Όταν ήταν μικρή θύμωνε κι η ίδια όταν δεν άνοιγαν την πόρτα ενώ ήξερε ότι ήταν μέσα.

"Οι τσιγκούνηδες" παραπονιόταν μετά στην μαμά της κι εκείνη γελούσε και της έλεγε: "Δεν έχουν όλοι την δική σου όρεξη κορίτσι μου! Υπάρχουν άνθρωποι δυστυχισμένοι, χαροκαμένοι, πονεμένοι, φτωχοί, μην κρίνεις κανέναν αν δεν ξέρεις τι έχει στην ψυχή του σήμερα".

Αυτή ήταν η μαμά της! 

Πάντα νοιάζονταν για τους άλλους και συναισθανόταν τον πόνο τους.  

Αν ήταν δίπλα της ίσως να είχε τώρα μια αγκαλιά, έναν ώμο να ακουμπήσει την απελπισία της. 

Από πότε είχαν αρχίσει να την ενοχλούν τα Χριστούγεννα δε θυμόταν. Ίσως από την χρονιά που σταμάτησε να λέει τα κάλαντα, από την χρονιά που έπαψε ξαφνικά να νιώθει παιδί και να θέλει να παριστάνει την μεγάλη. Το παιδί όμως φώναζε μέσα της! Μα εκείνη δεν το άκουγε! Δεν ήθελε να ξαναπεί τα κάλαντα πίσω από τις κλειστές πόρτες όσων δυστυχισμένων δεν της άνοιγαν. 

Δεν ήξερε η μητέρα της πως κάθε φορά που μια πόρτα δεν άνοιγε, έκλεινε ένα κομμάτι της δικής της ψυχής. Μέχρι... που κλείστηκαν τα Χριστούγεννα απέξω από την καρδιά της. 

Σηκώθηκε ασθμαίνοντας, ένιωσε μια ακατανίκητη δίψα και το νερό δίπλα της είχε τελειώσει, έπρεπε οπωσδήποτε να βρει το κουράγιο να συρθεί μέχρι την κουζίνα. Φτάνοντας εκεί άκουσε για πολλαπλή φορά τον ήχο του κουδουνιού. Περίμενε να αποχωρίσουνε τα παιδικά βήματα για άλλη μια φορά.  Δεν άκουγε όμως να αποχωρούν. Σχεδόν άκουγε την παγωμένη ανάσα του παιδιού έξω από την πόρτα που χτυπούσε και ξαναχτυπούσε δίχως έλεος το κουδούνι. 

Για λίγα δευτερόλεπτα μετά σταμάτησε. "Επιτέλους το αποφάσισε, θα φύγει" σκέφτηκε, μα πριν τελειώσει την σκέψη της, άκουσε μια ζεστή φωνούλα να τραγουδάει τα κάλαντα, κάλαντα διαφορετικά που δεν είχε ξανακούσει ποτέ της.


"Χριστός γεννιέται

την πόρτα σας ανοίξτε.

Χριστός γεννιέται

την καρδιά σας ανοίξτε.

Δεν ξεδιψάει με νερό η ψυχή

Ανοίξτε την πόρτα να μπει η ζωή".


Αυτόματα άνοιξε την πόρτα!

Έξω δεν ήταν κανείς!

Από μακριά έρχονταν μόνο μια παρέα μικρών παιδιών που μόλις την είδαν έτρεξαν προς την πόρτα της.

"Να τα πούμε;" φώναξαν

"Να τα πείτε" άκουσε την φωνή της να ψελλίζει...

Πρώτη φορά απαντούσε καταφατικά σε αυτή την ερώτηση! Πρώτη φορά θα δεχόταν να ακούσει τα κάλαντα.! Τα τελευταία τα είχε πει εκείνη έξω από μια πόρτα που δεν της είχαν ανοίξει, τα ίδια κάλαντα που πριν από λίγο είχε ακούσει πρώτη φορά από άλλο στόμα, μιας και μόνο εκείνη τα είχε εμπνευστεί και τραγουδήσει όταν ήταν ακόμη παιδί. Την τελευταία φορά που ένιωθε παιδί...  μα κανείς δεν της είχε ανοίξει...

Εκείνη όμως σήμερα άνοιξε...

Επιτέλους άνοιξε... να μπουν τα Χριστούγεννα στην καρδιά της.


Σοφία Τανακίδου

20/12/22

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου