Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Εις μνήμην

 

Δυο χρόνια καίει μέσα μου 

μία επιθυμία

να κάψω τα ποιήματα 

που έγραψα για τρένα.

Μα μέσα σε όλα είχα εκεί 

πάντα την λέξη μάνα!


"Μαμά μου που δεν με άφηνες 

να ταξιδεύω μόνη 

οι πιο γλυκές μου ανάμνησες 

οι δυό μας στο βαγόνι"


Πώς να τις κάψω στο χαρτί 

στη μνήμη πώς να θάψω 

Κι έτσι απλά απ' την καρδιά 

όλες να τις πετάξω;


Δύο χρόνια ακούω να περνούν 

τα τρένα και τρομάζω 

και την αγάπη μου γι' αυτά 

σε θλίψη την αλλάζω. 


Τι φταίν όμως τα σίδερα;

Τι φταίν οι λαμαρίνες;

Οι φταίχτες δεν εβρέθηκαν 

κι ας φεύγουνε οι μήνες.


Βαμμένα χέρια με αίματα 

μες τις γεμάτες τσέπες 

μιας και ποτέ δε θα τα βρουν,

ποτέ δε θα πληρώσουν, 

οι Ερινύες ύαινες 

οφείλουν να το πράξουν, 

τον ύπνο και τον ξύπνιο τους 

να τον κατασπαράξουν. 

Να ακούν τα τρένα της οργής 

τα μοιρολόγια μάνας 

μέχρι να σβήσει ο ήλιος τους, 

μέχρι να παραδώσουν,

στον Άδη μαύρες τους ψυχές...

και έτσι να γλυτώσουν.


"Μαμά μου που δεν με άφηνες 

να ταξιδεύω μόνη, 

συντρόφευε για χάρη μου 

- εκεί ψηλά -

57 ακόμη"


Σοφία Τανακιδου

30/1/25

Άγγελος χωρίς φτερά.

 

Όλοι είχαν να λένε:  Άγιος άνθρωπος!

Το φανέρωνε εξάλλου και το όνομά της: Αγγέλω! 

Όλοι έτσι την λέγανε. Όνομα και πράγμα! Πάντα με το χαμόγελο, με την καλή της κουβέντα, δεν είχε ξεστομίσει ποτέ κακό λόγο για κανέναν, ακόμη και για τους εχθρούς της πάντα κάτι καλό έλεγε. Αλλά είχε εχθρούς η Αγγέλω; Πώς θα μπορούσε; Σε τόση καλοσύνη χώραγε εχθροσύνη;

Πώς μπορείς να έχεις εχθρό έναν άγγελο;

Όλοι την αγαπούσαν και όλοι την συμβουλεύονταν όλους τους καημούς τους της έλεγαν και τα μυστικά τους. 

Είχε κάτι πάνω της αυτή η γυναίκα που σαν την έβλεπες θαρρείς και άνοιγε η καρδιά σου κι ήθελες να της εξομολογηθεις τα πάντα!! Ένιωθαν μέσα τους πως δεν θα τους πρόδιδε σε κανέναν κι ούτε θα τους κατηγορούσε για τις μικρές αμαρτίες που μοιράζονταν μαζί της. Εξομολόγος δίχως ράσο! Απλώς άγγελος!! Τίποτα δεν είχε μαρτυρήσει ποτέ!

Θα μαθεύοταν αν είχε μαρτυρήσει έστω και κάτι στο μικρό χωριό τους, ένα που το έλεγαν κι ένα που το ξέχναγε.

Κάθε πρωί το σπιτικό της ήταν ανοικτό για την εξομολόγηση...

Ένα πρωινό όμως λίγο πριν τα Χριστούγεννα χτύπησαν την πόρτα και δεν άνοιξε!

Πέρασαν ένας ένας όσοι μοιράζονταν τα μυστικά τους μαζί της.

Χτύπησαν ξαναχτύπησαν καμία απάντηση!

Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που την γνώριζαν όταν ήρθε νύφη στο χωριό τους και δεν ήταν και λίγα...

Το βράδυ όταν γύρισε ο άντρας της από την δουλειά, τους βρήκε έξω από την πόρτα να αναρωτιούνται τι απέγινε. Ο άντρας απάντησε πως αυτός την άφησε σπίτι όταν έφυγε το πρωί για το μεροκάματο, μα το σπίτι μέσα ήταν άδειο! Συγυρισμενο, καθαρό μα άδειο!

Όλη την νύχτα έψαχναν να την βρουν, οργάνωσαν περιπολίες και χωρίστηκαν σε ομάδες, άλλοι ανέβηκαν στο βουνό κι άλλοι γύριζαν στα σοκάκια. 

Πέρασε μια βδομάδα έτσι κι όσο κι αν έψαξαν, όπου κι αν έψαξαν, πουθενά η Αγγέλω!

Οι άγιες μέρες των Χριστουγέννων πέρασαν, έφτασε η πρωτοχρονιά πουθενά η Αγγέλω! 

Κανένα σπίτι δε στόλισε, κανένα γλέντι δε διοργανώθηκε κι η μόνη ευχή που ξεστόμιζαν σε όλες τις άγιες μέρες ήταν μια μόνο: Να βρεθεί η Αγγέλω τους!

Το νέο διαδόθηκε με την καινούργια χρονιά και στα γειτονικά χωριά ώσπου έφτασε και στα αυτιά της αστυνομίας:

- Γιατί δεν ήρθατε να μας καταγγείλετε ότι εξαφανίστηκε η γυναίκα σας; ρώτησε ο αστυνομικός τον άντρα της κι άρχισε την ανάκριση.

- Περίμενα πως θα γυρίσει! απάντησε εκείνος!

- Έχει ξαναφύγει; Το κάνει συχνά;

 - Όχι πρώτη φορά έφυγε!

 -Πόσα χρόνια είστε παντρεμένοι;

- Ούτε θυμάμαι αστυνόμε μου, πάρα πολλά, δεν είχε φύγει ποτέ ούτε μέρα από το σπίτι μας.

- Και περιμένετε έτσι απλά να γυρίσει; 

Έπρεπε να μας ειδοποιήσετε, μπορεί να της έκανε κάτι κακό κάποιος εχθρός της ή να της κάνατε εσείς κάτι κακό!

 - Εγώ; Γιατί να της έκανα εγώ κακό; Ένας άγγελος ήταν η Αγγέλω μου! Ρωτήστε όποιον θέλετε στο χωριό! Η καλύτερη γυναίκα ήταν! Ούτε εχθρούς είχε όλοι την αγαπούσαν! Ήταν ένας άγγελος σας λέω!

 - Ήταν;

Γιατί μιλάτε σε χρόνο παρελθοντικό; Νιώθετε ότι έχει πεθάνει; Η το ξέρετε γιατί την σκοτώσατε εσείς;

 - Δεν έχει πεθάνει! Δεν μπορεί να έχει πεθάνει! Και θα γυρίσει! Το ξέρω ότι θα γυρίσει για αυτό και μόνο δεν σας ειδοποίησα , αλλά δε ξέρω το πότε!

 - Και πώς είστε σίγουρος ότι θα γυρίσει;

 - Δεν μπορώ να σας πω! Δηλαδή δεν θα με πιστέψετε κι αν σας πω!

 - Δοκίμασε να μου πεις και θα αποφασίσω εγώ αν θα σε πιστέψω ή όχι!

 - Είμαι σίγουρος ότι θα γυρίσει γιατί έχει αφήσει πίσω τα φτερά της!

 - Είστε τρελός κύριε μου;!

 - Όχι αλήθεια λέω, τα έχω κλειδωμένα σε ένα μπαούλο, κοιτάξτε εδώ έχω το κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό μου πάντα για να μην τα πάρει!

 - Τα φτερά της; Από το μπαούλο;

 - Ναι!

 - Πάμε να μου τα δείξεις κι ίσως σε πιστέψω! 

 - Δεν μπορώ να ανοίξω το μπαούλο μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά μας και να πάρει τα φτερά και να φύγει.

 - Έχει ήδη φύγει κύριε μου!

 - Ναι, αλλά θα γυρίσει, χωρίς τα φτερά της θα γυρίσει, αν τα βρει όμως θα φύγει για πάντα.

 - Νομίζω πως θα χρειαστεί να σας μιλήσει ψυχίατρος! Αλλά μέχρι τότε δώστε μου το κλειδί θα ανοίξω προσεκτικά μην φοβάστε δεν θα την αφήσω να τα πάρει τα φτερά της! Καλύτερα να μου το δώσετε ήρεμα κι ωραία και να μην αναγκαστώ να το πάρω με την βία! τον ανάγκασε μια με το καλό και μια με το άγριο ο αστυνόμος τελικά για να του δώσει το κλειδί.

 - Εντάξει! Αλλά να προσέχετε μην εμφανιστεί ξαφνικά!

 - Θα προσέχω!

 - Εγώ θα φυλάω την είσοδο! συμφώνησε ο άντρας και του έδωσε το κλειδί διστακτικά.


Ο αστυνόμος με το κλειδί στο χέρι ανέβηκε στην σοφίτα του σπιτιού όπου ήταν φυλαγμένο το σεντούκι, την στιγμή που γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά κοίταξε για ένα λεπτό επιφυλακτικά γύρω του επηρεασμένος από τα λεγόμενα του άντρα της Αγγέλως, αυτό που φοβόταν όμως περισσότερο ήταν το τι θα έβρισκε μέσα στο μπαούλο. Φοβόταν μήπως αντί για τα φτερά βρει την ίδια μέσα σκοτωμένη από τον τρελό άντρα της και κρύος ιδρώτας άρχισε να τον λούζει! Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άνοιξε το μπαούλο.

"Θεέ μου! Αλήθεια είναι φτερά!" μουρμούρισε και συγχρόνως αισθάνθηκε κάτι να αγγίζει απαλά τον ώμο του

 - Μην τρομάξεις, σε παρακαλώ μη φωνάξεις μια γυναικεία φωνή του ψιθύρισε στο αυτί.

Ήταν εκεί μπροστά του! Την αναγνώρισε από τις φωτογραφίες! Η Αγγέλω!

- Η Αγγέλω είσαι; Σε ψάχνει όλο το χωριό δέκα μέρες!

-Εδώ ήμουν δεν έφυγα λεπτό από το σπίτι! Εδώ κρυβόμουν!

- Κρυβόσουν; Από ποιον από τον άντρα σου; Σε κακομεταχειρίζεται; Πες μου τι σου κάνει κι εγώ θα τον βάλω φυλακή αμέσως!

 - Δεν θέλω το κακό του! Δεν με κακομεταχειρίζεται! Με αγαπάει! Έχει όμως τα φτερά μου! Αυτά θέλω! Μόνο αυτά θέλω! Θα μου τα φορέσεις σε παρακαλώ; Δεν μπορώ μόνη! Μπορώ μόνο να τα βγάλω μόνη μου! Κανείς δεν μπορεί να μου τα βγάλει όσο τα φορώ! Πρέπει κάποιος να μου τα φορέσει όμως! Θα με βοηθήσεις;

Δεν θα αρνιόταν! Για αυτό βρισκόταν εκεί! Για να την βρει και να την βοηθήσει! Αυτή ήταν εξάλλου η δουλειά του κι αν έκανε κάτι καλά στη ζωή του αυτό ήταν η δουλειά του!

Έβγαλε τα φτερά από το μπαούλο ενώ εκείνη του γύριζε την πλάτη και έβγαλε βιαστικά το φόρεμα της

- Τοποθέτησε τα στα σημάδια που βλέπεις, του εξήγησε.

Στην πλάτη της ήταν εμφανή δύο χαρακιές από άκρη σε άκρη κάθετα, έσυρε τα φτερά πάνω στις χαρακιές κι αυτά έγιναν ένα με το κορμί της, ζωντάνεψαν κι άνοιξαν διάπλατα κι ένα δυνατό φως απλώθηκε σε όλο το σπίτι.

Άκουσε το ουρλιαχτό του άντρα της που κατάλαβε πως το "κακό" είχε συμβεί.

 - Ευχαριστώ πολύ! Τώρα μπορώ να φύγω, είπε στον αστυνόμο. 

 - Να σε ρωτήσω πριν φύγεις;

Καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσες να φύγεις χωρίς αυτά! Γιατί τα έβγαλες όμως;

 - Τον αγάπησα!

 - Δεν τον αγαπάς πια;

 - Θα τον αγαπώ πάντα, δε ξέρω να μισώ, μα πόσο μπορείς να μείνεις με κάποιον που σου κλειδώνει τα φτερά που του πρόσφερες;"


Σοφία Τανακιδου 

8/1/25

Αν είχε πρόσωπο η ψυχή.

 



Αν σου έδειχνε το πρόσωπο της η ψυχή,

που την τρυπούν αλύπητα τα λόγια 

και οι πράξεις σου άνθρωπε...

Θα σώπαινες για λίγο ή για πάντα;

Θα συναισθανόσουν τι της προκαλείς 

ή θα έμενες όπως είσαι απαθής;

Μην μολύνεις άλλο την ψυχή 

γιατί θαρρείς πως δεν τη βλέπει 

μέσα εκεί κανείς...


Μπορεί να βρει και πρόσωπο 

όπως βρίσκει 

- για να σ' ανέχεται - αντοχή

κι εσύ να μην βρίσκεις 

που να κρύψεις το δικό σου 

απο ντροπή.


Σοφία Τανακιδου 

2/4/25



Ο άγνωστος του τρένου ΙC 62

 

 


Κρατούσε στο χέρι το εισιτήριο, δεν είχε αποσκευές μαζί του, μόνο μέσα στην δεξιά τσέπη από το μαύρο μπουφάν του, ένα μικρό κουτάκι τυλιγμένο σε χρυσαφί χαρτί.

Μπήκε στο πέμπτο βαγόνι και κάθησε στη θέση 22.

Δίπλα του μια παρέα παιδιών δεν σταμάτησαν να συνομιλούν. Άκουγε τα πάντα αλλά δεν έβγαλε μιλιά αυτός. Δεν τον ενοχλούσαν, ήταν φοιτητές και γύριζαν μετά το τριήμερο στο πανεπιστήμιο τους...

Δεν τον ενοχλούσαν... αγαπούσε τους νέους, όχι ότι αυτός ήταν ιδιαίτερα μεγάλος...

40 χρόνων ήταν!

Μόλις πριν λίγες μέρες τα είχε κλείσει!

Τα είχε περάσει μόνος του τα γενέθλια του, όπως τα τελευταία 3 χρόνια, από τότε που χώρισε από μια μακροχρόνια σχέση...

Όχι κακός χωρισμός απλά αναγκαίος...

η απόσταση τους είχε κουράσει... αυτός Αθήνα, η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη... κάποια στιγμή κάποιος έπρεπε να κάνει το βήμα να αλλάξει διεύθυνση... κανένας όμως δεν το αποφάσιζε...

Αποφάσισαν τελικά ότι η αγάπη τους δεν ήταν αρκετή για να αντέξει!


Τρία χρόνια ούτε ένα μήνυμα ούτε μια λέξη...το είχαν αποφασίσει μαζί...για να ξεχάσουν...για να μην πονάνε...να μην θυμούνται...

Καλύτερα ούτε καν φίλοι... "πονάει" είπαν και οι δύο, καλύτερα να προχωρήσουμε στη ζωή σαν ξένοι!

Μα ξαφνικά εκείνη έσπασε τον όρκο, του τηλεφώνησε...

Χρόνια πολλά του είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο...

Απλώς χρόνια πολλά...

Κι εκείνος άκουσε μέσα σε αυτό το "χρόνια πολλά" ότι εκείνη ποτέ δεν τον ξέχασε.

Κι εκείνος άκουσε μέσα στο "χρόνια πολλά" ότι ούτε εκείνος την ξέχασε...

Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα... σκεφτόταν... σκεφτόταν...

Σκεφτόταν πως θα ζούσε όλα αυτά τα πολλά χρόνια χωρίς εκείνη! Όταν ξημέρωσε η απάντηση ήταν ήδη μπροστά του: Δεν μπορούσε!

Πήγε στη δουλειά του και κατευθύνθηκε στο γραφείο του αφεντικού του αφήνοντας ένα έγγραφο οικειοθελής αποχώρησης από την επιχείρηση. Χαιρέτισε τους συναδέλφους του και κατευθύνθηκε προς το πλησιέστερο κοσμηματοπωλείο...

Ύστερα πήγε στον σπιτονοικοκύρη του κι άφησε τα κλειδιά του σπιτιού στα χέρια του.

"Φεύγω δεν θα πάρω τίποτα μαζί μου, δώσε τα ρούχα μου στην εκκλησία" του ζήτησε ξέροντας ότι ο ιδιοκτήτης θα εκπλήρωνε την επιθυμία του.

Δεν ήθελε να πάρει τίποτα μαζί του! Θα άρχιζε μια καινούργια ζωή, μαζί της πια! Όλα καινούργια! Όλα νέα! Όλα για... χρόνια πολλά πια μαζί της!

Κι ανέβηκε στο τρένο, την τελευταία μέρα του Φλεβάρη, οραματιζόμενος μια άνοιξη μαζί της,

απόλυτα σίγουρος, απόλυτα έτοιμος, απόλυτα άδειος από το παρελθόν και γεμάτος μόνο με μέλλον, μέλλον κρυμμένο μέσα στην δεξιά του τσέπη, ένα μικρό κουτάκι τυλιγμένο με χρυσαφί χαρτί... που θα της το έδινε μόλις έφτανε Θεσσαλονίκη...

Δεν τον περίμενε, δεν είχε ιδέα εκείνη ότι θα έπρεπε να τον περιμένει... αλλά μέσα του ήξερε ότι θα τον δεχόταν, ότι θα του έλεγε "Ναι"

Αυτό το "Ναι" συλλογιόταν όταν έπινε τον καφέ του στο κυλικείο του τρένου για να κατορθώσει να παραμείνει ξύπνιος, καταστρώνοντας σχέδια για τους δυο τους...

Κι όχι δε συνέβη αυτό που λένε συνήθως πως γελάει ο θεός όταν οι άνθρωποι καταστρώνουν σχέδια...

Δεν γέλασε ο θεός...

Αντίθετα... ήταν ο μόνος που δάκρυσε για κείνον...τον άγνωστο του τρένου...

Ήταν ο μόνος που τον αναγνώρισε όταν έφτασε δίπλα του...

Γιατί στη γη, ήταν τόσο ισχυρή η έκρηξη από την σύγκρουση του τρένου του, μετωπικά με ένα άλλο εμπορικό τρένο... και τόση η βιασύνη των αρμόδιων να τσιμεντώσουν τα πάντα, που κανείς δεν θα μάθαινε γι' αυτόν...

Δεν θα ήταν παρά ένα συν, ένας σταυρός που θα ακολουθούσε το 57...

57 +

Κι όπως δεν θα άφηναν ποτέ να μαθευτεί το τι κουβαλούσε εκείνο το εμπορικό... έτσι και κανείς δεν θα μάθαινε το όνομα του αγνώστου του τρένου και τι κουβαλούσε μαζί του... στη δεξιά τσέπη του μπουφάν του μέσα σε ένα μικρό κουτάκι τυλιγμένο σε χρυσαφί χαρτί... 


Σοφία Τανακιδου

10/4/25

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Στάχτες το μέσα σου.

 



Καθαρά Δευτέρα

Κι όμως όλα βρώμικα

ασκούπιστα κι ασυμμάζευτα, μέσα κι έξω.

Κι ούτε ένα κουράγιο έστω να έχει απομείνει να μαζέψεις τη στάχτη σου.

Γιατί ανεξάρτητα αν σε βλέπουν οι άλλοι αστέρι εσύ είσαι καμένος από χέρι, δίχως χέρι βοηθείας να σηκωθείς!

 Επειδή δε ζήτησες; 

Επειδή ζήτησες και δεν υπήρχε;

 Τι σημασία έχει; Μόνο το αποτέλεσμα έχει σημασία. Και το αποτέλεσμα είναι η σκόνη της στάχτης που κάθησε παντού και μαύρισε όλα τα έπιπλα. Μα ποιος νοιάζεται για τα έπιπλα; 

Κάποιοι ίσως ξαφνικοί επισκέπτες ίσως σχολιάσουν κουτσομπουλίστικα ή άσχετοι "φίλοι" μέσα σε εισαγωγικά, γιατί οι κανονικοί ξέρουν και δε θα σχολιάσουν ποτέ. Θα έρθουν κι αυτοί απρόσκλητοι και θα καθήσουν πάνω στη σκόνη χωρίς να διαμαρτυρηθούν που λέρωσε τα καινούργια τους ρούχα, που μαύρισε το μέσα τους. Θα πιουν τον καφέ τους, γλυκό ή πικρό και θα φύγουν με βαριά καρδιά γιατί δεν κατόρθωσαν κι ας προσπάθησαν να σου καθαρίσουν την Δευτέρα σου...

Κανείς δε μπορεί, οπότε μην τα βάζεις μαζί τους, δεν είναι "λίγοι" εσύ έχεις θαφτεί στη σκόνη της στάχτης σου. Εσύ καίγεσαι καθημερινά μέσα κι έξω σου αστέρι μου!

Κι ακόμη όταν οι φίλοι έρθουν με όλη την καλή τους διάθεση και πάρουν την σκόνη κι αστράψουν από λάτρα το έξω... από μέσα σου θα ορμήσουν ξανά πάλι και πάλι οι σκόνες να τα βρωμίσουν όλα...

Το μέσα σου φρόντισε λοιπόν...

Κανείς δεν θα το κάνει για σένα... ούτε φίλοι, ούτε εχθροί...

Εσύ μόνο...

Κανείς το ακούς; Μόνο εσύ!