Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Η γραμμή του ορίζοντος (της Σοφίας Τανακίδου)





 


Η νεαρή κοπέλα κρατούσε ένα βιβλίο στα χέρια της και το διάβαζε με απίστευτη προσήλωση. Σαν να μην την ενδιέφερε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Τίποτα άλλο εκτός από την ιστορία που διάβαζε. Εκείνος όμως, δεν έπαψε στιγμή να την κοιτάζει από την ώρα που ανέβηκε στο λεωφορείο. Κι όσο εκείνη ήταν προσηλωμένη στο διάβασμα του βιβλίου της, άλλο τόσο αυτός ήταν προσηλωμένος πάνω της. Ξαφνικά δεν υπήρχε γύρω του κόσμος, είχαν αδειάσει όλα τα καθίσματα, δεν υπήρχε καν λεωφορείο, παρά μόνο εκείνη κι η θέση της κι αυτό το αναθεματισμένο βιβλίο που την είχε κατακτήσει ολότελα. Τόσο που ούτε τον είχε προσέξει. Κι όμως το ήξερε ότι ήταν ένας γοητευτικός άντρας, που αν τον κοίταζε για ένα δευτερόλεπτο θα την συγκινούσε, ένα βλέμμα της μόνο έφτανε να ρίξει προς αυτόν και θα ήταν δική του, το ήξερε... Όπως ήξερε πως εκείνη χωρίς να του ρίξει καν ένα βλέμμα τον είχε κατακτήσει! Ένα χαμόγελο χαράχτηκε ξαφνικά στα χείλη της, μια μικρή γκριμάτσα έσπασε την μελαγχολική διάθεση της. Τι άραγε διάβασε; Ποιες λέξεις προκάλεσαν αυτό το αχνό χαμόγελο; Γιατί χαμογελούσε διαβάζοντας λέξεις κι όχι κοιτώντας αυτόν; Αυτός ήταν ικανός να την κάνει ευτυχισμένη, να κάνει αυτή την μικρή γκριμάτσα αληθινό ολόκληρο χαμόγελο. Αν τον κοιτούσε έστω για ένα δευτερόλεπτο. Μα όσο επιτακτικά την κοίταζε αυτός, τόσο επιτακτικά εκείνη χωνόταν μέσα στο βιβλίο της. Πώς μπορεί κάποιος να μισήσει τόσο ένα βιβλίο; Ήθελε να της το αρπάξει και να το κάνει κομμάτια. Να πάψει πια να το κοιτά και να κοιτάξει μόνο αυτόν! Αντί να τον κοιτάξει, όμως, τράβηξε μηχανικά ένα στυλό από την τσάντα της κι έγραψε κάτι πάνω στο σελιδοδείκτη κι ύστερα συνέχισε πάλι να διαβάζει ξανά και ξανά μέχρι που το λεωφορείο ξαναγύρισε πίσω, μέχρι που ο κόσμος και τα καθίσματα όλα ξαναγύρισαν πίσω και μπήκαν ανάμεσα τους, μέχρι που εκείνη σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πόρτα που άνοιξε και...

Έτρεξε να την προλάβει να κατέβει στην ίδια στάση αλλά ο κόσμος τον εμπόδιζε, έσπρωχνε, μα κανένας δεν καταλάβαινε την αγωνία του να του κάνει χώρο να την προλάβει. Οι πόρτες έκλεισαν και το λεωφορείο ξεκίνησε πάλι, σβήνοντας κάθε ελπίδα να προλάβει να την ακολουθήσει. Έσκυψε το κεφάλι απογοητευμένος και τότε το είδε... μια μακρόστενη λουρίδα χαρτί στο πάτωμα: Ο σελιδοδείκτης της! Τον σήκωσε από το πάτωμα. Πίσω από τον σελιδοδείκτη ήταν γραμμένοι κάποιοι αριθμοί.

"Μάλλον σελίδες έχει σημειώσει" σκέφτηκε. Γιατί άραγε είχε σημειώσει αυτές τις σελίδες; Δεν μπορούσε να την βρει, αλλά μπορούσε να αναζητήσει το βιβλίο. Να μάθει τι έγραφαν αυτές οι σελίδες του. Τι ήταν αυτό που την κράτησε δέσμια των λέξεων του και δεν γύρισε να του ρίξει έστω ένα βλέμμα.

Κατέβηκε βιαστικά από το λεωφορείο και μπήκε στο πρώτο βιβλιοπωλείο που συνάντησε και έδειξε τον σελιδοδείκτη στον υπάλληλο.

"Θέλω αυτό το βιβλίο" είπε.

Ο υπάλληλος το κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο κι είπε με σιγουριά.

"Λυπάμαι δεν υπάρχει".

"Αν το παραγγείλω θα το φέρετε;"

"Συγνώμη, μάλλον δεν καταλάβατε! Δεν είπα πως δεν το έχουμε!Σας είπα πως δεν υπάρχει! Έχει πεθάνει ο συγγραφέας και οι συγγενείς του δεν έχουν δεχτεί να γίνει επανέκδοση. Το γνωρίζω γιατί μου το έχουν ζητήσει κι άλλοι πελάτες μου! Ίσως αν ψάξετε σε κάποια σάιτ να πουλιέται από συλλέκτες, αλλά να ξέρετε οι τιμές είναι εξαιρετικά υψηλές"

"Δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος να το βρω για να το διαβάσω;"

"Για να το διαβάσετε πιστεύω ότι κάπου θα υπάρχει, αν ψάξετε ίσως σε δανειστικές βιβλιοθήκες..."

Βγήκε απογοητευμένος από το βιβλιοπωλείο... δεν θα μάθαινε λοιπόν ποτέ του, τι υπογράμμισε το χέρι της; Τι υπογράμμισε η ψυχή της; Δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό! Πρώτα έχασε εκείνη και τώρα χάνει τον λόγο που τα χείλη της χαμογέλασαν, που το βλέμμα της δεν αντάμωσε το δικό του. Όχι, θα έβρισκε το βιβλίο κι όταν έβρισκε το βιβλίο μετά ήταν σίγουρος πως θα έβρισκε και εκείνη, κάπου είχαν κρυφτεί κι οι δυο τους μαζί, κάπου στο βάθος του ορίζοντα που απλωνόταν μπροστά του θα την έβρισκε. Κι εκείνην και το βιβλίο... γιατί πια το είχε συνειδητοποιήσει πως εκείνη και το βιβλίο ήταν ένα και το αυτό... 

Την επόμενη μέρα πήρε το ίδιο λεωφορείο, την ίδια ακριβώς ώρα, μόνο εκείνος όμως. Ήταν πάλι γεμάτο κόσμο, πόσο άδειο όμως γι' αυτόν. Αυτή τη φορά κατέβηκε στην στάση της. Κοίταξε τριγύρω! Προς τα πού να είχε πάει; Αριστερά, δεξιά, μπροστά, πίσω; Δεν είχε ιδέα, δεν είχε δει προς τα πού είχε κατευθυνθεί, ένα αερικό ήταν που χάθηκε όπως εμφανίστηκε. Κι αν δεν είχε ακόμη τον σελιδοδείκτη στα χέρια του θα άρχιζε να πιστεύει πως ήταν απλά ένα όραμα, μια οπτασία που γεννήθηκε μόνο για εκείνον για να τον βγάλει από το τέλμα της καθημερινότητας του, που δεν είχε τίποτα να τον εκπλήξει, τίποτα να τον ευχαριστεί, τίποτα πια να τον ενδιαφέρει και να τον συναρπάσει εδώ και τόσο καιρό! Έκανε κύκλους πέρα δώθε γύρω από τη στάση, κατηφόρισε όλα τα στενά, βήμα βήμα, ελπίζοντας πως κάπου θα την συναντήσει. Μάταια όμως! Και τότε είδε ένα παλιό επιβλητικό κτίριο "Δημοτική βιβλιοθήκη" έγραφε απέξω! Ένα δυνατό επιφώνημα αντήχησε στα χείλη του κι έτρεξε προς την είσοδο... Η βιβλιοθηκονόμος του χαμογέλασε απλόχερα.

"Τι θέλετε;"

"Αυτό το βιβλίο" πρόφερε δείχνοντας της το σελιδοδείκτη.

"Μισό λεπτό" του απάντησε και άνοιξε την οθόνη του υπολογιστή της.

"Δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή εδώ το έχει δανειστεί πριν λίγες μέρες ένας άλλος αναγνώστης"

"Ποιος;" του ξέφυγε ασυναίσθητα...

Η κοπέλα χαμογέλασε πάλι απλόχερα...

"Αυτό δεν μπορώ να σας το πω όπως καταλαβαίνετε, αλλά μπορώ όταν το επιστρέψει να το κρατήσω και να σας ειδοποιήσω"

"Ναι, να μου το κρατήσετε παρακαλώ! Αλλά πόσο καιρό περίπου το κρατάνε συνήθως;"

"Ένα μήνα το πολύ, υπάρχει όριο. Το έχει πάρει πριν δεκαπέντε μέρες από όσο βλέπω, οπότε σε άλλες τόσες μέρες περίπου θα σας τηλεφωνήσω "

Δεκαπέντε μέρες! Τι είναι δεκαπέντε μέρες για να περιμένει κάθε απόγευμα την επιστροφή του βιβλίου κι ίσως κι εκείνην... γιατί είχε μέσα του ξεκάθαρη την ελπίδα ότι ήταν αυτή που το είχε δανειστεί... Το ένιωθε... δεν μπορούσε να ήταν άλλη!

Κάθε απόγευμα από εκείνη τη μέρα έπινε τον καφέ του σε μια καφετέρια κοντινή με αποκλειστική θέα την βιβλιοθήκη περιμένοντας να την δει να περνάει επιστρέφοντας το βιβλίο. Οι μέρες όμως κυλούσαν χωρίς ποτέ να τη συναντήσει, μέχρι που ένα πρωινό χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του. Τον ενημέρωσαν πως το βιβλίο είχε μόλις επιστραφεί και πως μπορούσε να πάει να το νοικιάσει. Η απογοήτευση δεν ήταν ποτέ πιο σκληρή, πιο αμείλικτη. Την είχε πάλι χάσει! Με βαριά καρδιά έφτασε στη βιβλιοθήκη, έπιασε το βιβλίο στα χέρια του, ενστικτωδώς το έφερε στο πρόσωπο του, για να βεβαιωθεί ότι θα μύριζε το άρωμα της. Πως πράγματι ήταν εκείνη που το είχε πριν από λίγο στα χέρια της. Και σιγουρεύτηκε ολότελα! Κι ύστερα το άνοιξε βιαστικά προσπαθώντας να βρει τις υπογεγραμμένες σελίδες. Το ξεφύλλισε μέχρι την τελευταία σελίδα του κι απορημένος ρώτησε την βιβλιοθηκονόμο.

"Είναι σίγουρα το ίδιο βιβλίο; Οι σελίδες είναι λιγότερες!"

"Τι εννοείτε;" 

Της έδειξε ξανά το σελιδοδείκτη αυτή τη φορά όμως από την πίσω μεριά με τα σημειωμένα νούμερα.

"Μου είχε σημειώσει μια κοπέλα κάποιες σελίδες να διαβάσω, αλλά βλέπω πως το βιβλίο έχει λιγότερες σελίδες από το τελευταίο τριψήφιο αριθμό".

Η νεαρή κοίταξε τους αριθμούς και γέλασε πονηρά.

"Δεν είναι σελίδες, το τηλέφωνο της σου έγραψε"

"Τηλέφωνο; Αδύνατο! Είναι μόνο 8 νούμερα!"

"Το έχω κάνει κι εγώ γι' αυτό το ξέρω! Τα δύο πρώτα νούμερα του κινητού τα παραλείπουμε μιας και είναι δεδομένα!"

"Δεδομένα;!"

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο! Βγήκε από τη βιβλιοθήκη σχεδόν τρέχοντας. Άνοιξε το κινητό του πήρε μια βαθιά ανάσα και πάτησε τα νούμερα ένα ένα με προσοχή στο καντράν προσθέτοντας πρώτα τα δύο "δεδομένα". Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

"Ορίστε;"

"Καλησπέρα! Χάσατε έναν σελιδοδείκτη, σας έπεσε μέσα στο λεωφορείο, τον βρήκα εγώ" μουρμούρισε βιαστικά με μια ανάσα σχεδόν.

Σιγή για λίγα δευτερόλεπτα στην άλλη άκρη της συσκευής κι ύστερα η απάντηση που του έκοψε τα πόδια.

"Δεν έχω χάσει κανένα σελιδοδείκτη!"

Αυτό ήταν λοιπόν; Θα του έκλεινε τώρα το τηλέφωνο; Σαν να ήταν απλώς ένας ενοχλητικός;

Μα η φωνή συνέχισε να μιλάει μετά από ένα για εκείνον ατελείωτο δευτερόλεπτο.

"Δεν έχασα κανέναν σελιδοδείκτη, εγώ τον άφησα εκεί για να τον βρεις..."Που είσαι;" ρωτούσε τώρα η φωνή.

"Έξω από τη βιβλιοθήκη, μόλις νοίκιασα το βιβλίο".

"Σοβαρά; Δεν το πιστεύω ότι είσαι τόσο κοντά! Κοίτα ψηλά στον ορίζοντα μπροστά σου. Ψηλά πολύ ψηλά" τον παρότρυνε.

Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, σήκωσε όμως το βλέμμα ίσια μπροστά, ψηλά στη γραμμή του ορίζοντα και την είδε. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα, έμοιαζε σαν νύμφη που το είχε σκάσει από την λίμνη της και στεκόταν στο μικρό της μπαλκόνι, έτσι απλώς μόνο για να την αντικρίσει εκείνος!

"Στον πέμπτο, έλα, ανοίγω, να τα πούμε από κοντά. Να σου εξηγήσω..."

Να του εξηγήσει τι; Δεν ήθελε τίποτα να του εξηγήσει. Δεν τον ενδιέφερε το πώς και το γιατί του ζητούσε να τρέξει κοντά της. Δεν ήθελε εξηγήσεις η ευτυχία! Ξεχείλιζε από παντού μέσα του! Στον πέμπτο του είχε πει; Εκείνος γιατί ήδη βρισκόταν στον έβδομο; Στον έβδομο ουρανό! Έσφιξε δυνατά στο χέρι του το βιβλίο, πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο βήμα, που θα τον πήγαινε σε εκείνη. Δεν άκουσε το επίμονο κορνάρισμα του λεωφορείου, μέσα στο μυαλό του αντηχούσε ακόμη το "έλα" της. Μόνο το "έλα" της! Το βιβλίο τινάχτηκε από τα χέρια του, τινάχτηκε κι εκείνος μαζί του ψηλά... στη γραμμή του ορίζοντος, ενός νέου ορίζοντος πια... κι ύστερα έπεσαν ταυτόχρονα στην άσφαλτο δίπλα δίπλα και το βιβλίο άνοιξε στην τελευταία του σελίδα, έτσι που καθώς κυλούσε αθόρυβα η ζωή από μέσα του έσταξε πάνω στις τελευταίες λέξεις και το πότισε σβήνοντας με ένα έντονο σκούρο κόκκινο τον επίλογο του...

Εκείνη δεν άκουσε το κορνάρισμα, είχε κλείσει την μπαλκονόπορτα, και χτένιζε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη χαμογελώντας. Περίμενε τόσες μέρες να της τηλεφωνήσει κι είχε αρχίσει να απογοητεύεται ότι μάλλον δεν είχε βρει τον σελιδοδείκτη της. Κι όμως τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο καλά από την στιγμή που τον είχε δει. Μάλλον από τις στιγμές που τον είχε δει. Γιατί τον έβλεπε καθημερινά καθώς έκανε το πρωινό της περπάτημα να κάθεται στην ίδια θέση πάντα στο λεωφορείο της γραμμής και να κοιτάζει ψηλά στον ορίζοντα. Ποτέ προς το μέρος της κι ας στεκόταν στο πεζοδρόμιο την ώρα που περνούσε το λεωφορείο καθημερινά από εκεί περιμένοντας ένα βλέμμα του. Ώσπου το αποφάσισε! Θα ανέβαινε στο λεωφορείο!Θα δήλωνε την παρουσία της! Και τα είχε καταφέρει! Όση ώρα βρισκόταν μέσα εκεί διαβάζοντας τάχα το βιβλίο, δίχως να σηκώσει καν το βλέμμα της να τον κοιτάξει, ήξερε ότι την κοιτούσε! Ένιωθε το βλέμμα του να διαπερνά κάθε σημείο του κορμιού της. Χαμογέλασε και έγραψε το τηλέφωνο της στο σελιδοδείκτη, σηκώθηκε να κατέβει και τον άφησε να πέσει επίτηδες για να τον βρει εκείνος! Πίστευε στην μοίρα, κι αν η μοίρα ήθελε να συναντηθούν θα το φρόντιζε! Η μοίρα είναι αυτή που κανονίζει τα πάντα. Αν δεν ήθελε εκείνη να συναντηθούν ποτέ, η γραμμή του ορίζοντος θα έσβηνε για πάντα! Τώρα όμως... έβαψε βιαστικά μ' ένα κόκκινο κραγιόν τα χείλη της κι άνοιξε την εξώπορτα περιμένοντας να αφήσει το κόκκινο σημάδι του πάνω στα δικά του χείλη...

Και περίμενε... Απλώς περίμενε... Η μοίρα όμως είχε ήδη αποφασίσει...


Σοφία Τανακίδου

29/6/22

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Ο πατέρας



Ήταν ακόμα χαράματα όταν ξεκίνησε για την δουλειά, τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια μάζευε από τους κάδους, χαρτιά, κουτάκια αναψυκτικών, γυάλινα μπουκάλια κι ότι μπορούσε να πουληθεί.
Αυτή ήταν η δουλειά του λοιπόν, ένας ρακοσυλλέκτης που είχε κάπου κάπου και τα τυχερά του, χάρη σε πολλούς αφηρημένους ανθρώπους που μαζί με τα σκουπίδια πετούσαν και πολύτιμα πράγματα όπως χρυσαφικά ή ακόμα και χρήματα.
Έτσι λοιπόν επιβίωνε τα τελευταία 17 χρόνια, γιατί σε άλλες δουλειές δεν τον δέχονταν κανείς, όλοι γνώριζαν το ποιόν του, δεν ήταν μόνο καυγατζής ηταν και επιρρεπής στο ποτό,
Ενας - δύο που τον πήραν στη δούλεψή τους αγανάκτησαν και τον έδιωξαν αμέσως, έτσι η δουλειά του ρακοσυλλέκτη ήταν η μόνη του διέξοδος.
Τρίτη Κυριακή του Ιούνη και η μέρα έδειξε από το πρωί ότι θα ήταν πολύ ζεστή, ευτυχώς είχε προβλέψει να πάρει μαζί του παγωμένο νερό για τον δρόμο, σταμάτησε στον πρώτο κάδο κι άρχισε να ψάχνει μέσα σε αυτόν αλλά δεν έβρισκε τίποτα κατάλληλο προς πώληση, θύμωσε τόσο που άρχισε να πετάει τις σακούλες με φόρα στο δρόμο
"Τι κάνετε; Θα ειδοποιήσω την αστυνομία" ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την απέναντι πολυκατοικία.
Γύρισε την κοίταξε φανερά εκνευρισμένος και της φώναξε
"Ότι γουστάρω θα κάνω κυρά μου, άντε στη δουλειά σου που σε ενοχλήσαμε"
Η γυναίκα αναγνωρίζοντας το ποιος ήταν ξαφνικά, είπε ένα "Ο τρελό - Γιάννης είναι;" και μπήκε στο σπίτι χωρίς να συνεχίσει την αντιπαράθεση γνωρίζοντας ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
Όλοι το ήξεραν, αν σε έβαζε στο στόμα του δεν σε ξεπλεναν ούτε οι καταρράκτες του Νιαγάρα.
Μέχρι το μεσημέρι είχε γεμίσει ήδη δυο σάκους με τα "πολύτιμα του" έτσι τα έλεγε πάντα και κατευθύνθηκε στο μέρος όπου τα πουλούσε, ήταν ένας ρωμά που τα αγόραζε κάνοντας τρελά παζάρια με όλους, με τον τρελό - Γιάννη όμως δεν εκανε παζάρια, πάντα τα πλήρωνε χωρίς πολλές κουβέντες, γιατί δεν ήθελε να μαλώσει μαζί του.
Μια φορά στις αρχές της συνεργασίας τους πήγε να τον κοροϊδέψει και ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε χάμω στο πάτωμα με ένα μαχαίρι σύριζα στον λαιμό του, από τότε δεν ξανατόλμησε να τα βάλει μαζί του.
Ο τρελό - Γιάννης πήρε το αντίτιμο από τα " πολύτιμα" του και κατευθύνθηκε προς μια μικρή ταβέρνα που ήταν το στέκι του, παράγγειλε ένα τσίπουρο με μεζέ, που μέσα σε λίγη ώρα έγιναν δύο κι ύστερα τρία.
Αφού τα ήπιε και μάλωσε όπως συνήθιζε με τον μαγαζάτορα γιατί θεώρησε ότι του φουσκωσε τον λογαριασμό, ξεκίνησε για το σπίτι.
Πριν φτάσει όμως σταμάτησε δυο στενά από το σπίτι χώθηκε σε μια πολυκατοικία που είχε μείνει στα μπετά και έριξε έναν μικρό υπνάκο.
Δύο ώρες του ήταν αρκετές για να ξεκουραστεί και να ξεμεθύσει.
Κοίταξε το παλιό του ρολόι και με δυσκολία προσπάθησε να διαβάσει την ώρα, γιατί το τζάμι απ' το ρολόι είχε ραγίσει
"Δεν θα πετάξει κανείς στα σκουπίδια κανένα ρολόι;" μονολόγησε "δύο μήνες τώρα σπασμένο να μην μπορώ να βρω ένα καινούργιο, την γκαντεμιά μου μέσα" συνέχισε βρίζοντας.
Είχε πάει πέντε το απόγευμα, έπρεπε να γυρίσει σπίτι, ήταν η ώρα που πάντα επέστρεφε, σηκώθηκε αστραπιαία χτένισε με τα χέρια του τα μαλλιά του, πήρε μέσα από το σακίδιο που πάντα κουβαλούσε στην πλάτη μια καθαρή μπλούζα, την φορεσε, έβαλε την λερωμένη από τα σκουπίδια στο σάκο και ξεκίνησε για το σπίτι.
Άνοιξε προσεχτικά την πόρτα έβγαλε τα παπούτσια του και κατευθύνθηκε πατώντας στις μύτες μέσα στον χώρο για να μην ξυπνήσει την κόρη του, ήξερε πως ήταν η ώρα που εκείνη πάντα σχεδόν κοιμόταν αφού γύριζε από το σχολείο και ετοίμαζε το φαγητό, ξεκουραζόταν γιατί διάβαζε μέχρι αργά το βράδυ γιατί φέτος θα έδινε για το πανεπιστήμιο.
Είχε χάσει την μητέρα της στην γέννα πριν από δεκαεφτά χρόνια και την μεγάλωνε μόνος του χωρίς καμία βοήθεια από κανέναν.
Στο τραπέζι είχε σκεπασμένο το φαγητό του όπως συνήθιζε καθημερινά, το ξεσκέπασε και κάθησε να το γευτεί, όταν πρόσεξε δίπλα στο πιάτο ένα μικρό κουτί δώρου.
Ξετύλιξε το δώρο.
Είχε μέσα ένα μαύρο ρολόι χειρός και μια κάρτα.
Την άνοιξε και διάβασε το περιεχομενο ενώ συγχρόνως σκούπιζε ξανά και ξανά τα μάτια του που δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν.
"Σήμερα είναι η γιορτή του πατέρα.
Κι εγώ έχω τον καλύτερο μπαμπά του κόσμου!
Χρόνια πολλά μπαμπά μου!!
Σου αγόρασα αυτό το ρολόι για να βλέπεις πάντα την ώρα για να γυρίσεις σπίτι που σε περιμένω!!
Σε αγαπώ πολύ!!!"

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Ένας ξαφνικός θάνατος



Η εκκλησία είχε πλημμυρίσει από κόσμο, περίεργο για καθημερινή μέρα, Τρίτη ήταν κι είχε μια ζέστη ανυπόφορη, ο ήλιος είχε την τιμητική του, έλαμπε και έκαιγε τόσο που θαρρείς και το έκανε επίτηδες.
    «Σαραντάρι θα χτυπήσει σήμερα»
 της είχε πει το πρωί ο άντρας της, μα εκείνη δεν απάντησε, φόρεσε βιαστικά ένα μαύρο παντελόνι κι ένα μαύρο μπλουζάκι και ύστερα ετοίμασε καφέ στο σέικερ για τον δρόμο, είχαν μία ώρα διαδρομή για να φτάσουν στον προορισμό τους, μία ώρα σχεδόν που εκείνος μιλούσε συνεχώς χωρίς να παίρνει ούτε μια λέξη απάντησης, συνέχιζε όμως να μιλά φροντίζοντας να μην αφήσει την σιωπή να φωλιάσει μέσα στο αμάξι όπως είχε φωλιάσει μέσα στα μάτια της.
Συνέχισε λοιπόν να μιλά πότε για τον καιρό, πότε για την κίνηση και ποτέ σε όλη την διαδρομή για τον τελικό προορισμό τους, ποτέ για το λόγο που έκαναν αυτή την πρωινή ξαφνική βόλτα.
   Ήταν περασμένες μία τα μεσάνυχτα
όταν χτύπησε το τηλέφωνο, αυτά τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα δεν είναι για καλό «Πέθανε ο Στέφανος» είπε μια απελπισμένη γυναικεία φωνή «Καρδιά» συμπλήρωσε στην ερώτηση «Από τι;» κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε η σιωπή, μία παγωμένη σιωπή, κι ένα παγωμένο βλέμμα που δεν έκλεισε μάτι μέχρι το πρωί, έμεινε εκεί να κοιτάζει όλη τη νύχτα το ταβάνι αναπνέοντας βαριά.

Δεν άναψε κερί μπαίνοντας στην εκκλησία, κατευθύνθηκε μηχανικά προς το φέρετρο που στεκόταν στη μέση της αίθουσας, ένα φέρετρο που είχε ήδη αγκαλιάσει μια λεπτή γυναικεία φιγούρα πνιγμένη στα δάκρυα, που μόνο όταν την είδε το άφησε για ένα λεπτό και χώθηκε στην αγκαλιά της φωνάζοντας «Τον έχασα, τον έχασα».
Δεν ανταπέδωσε το αγκάλιασμα, ούτε όμως και το απόφυγε, ούτε καν ψέλλισε ένα λόγο παρηγοριάς για να την ηρεμήσει, στεκόταν εκεί μετέωρη σαν ένα παγωμένο άκαρδο άγαλμα με το βλέμμα αφημένο πάνω στον νεκρό δίχως ίχνος συναισθήματος στο πρόσωπο της, ωσότου η γυναίκα ξεκόλλησε από πάνω της και ξανααγκαλιασε το φέρετρο κλαίγοντας με βοή που ράγιζε καρδιές.
Μόνο την δική της δε ράγιζε, κανείς δε μπορούσε να την ραγίσει.

«Πολύ συναισθηματική είσαι» άκουσε
την φωνή του Στέφανου να της ψιθυρίζει στο αυτί.
«Πρέπει να μάθεις να μην κλαίς με το παραμικρό, στη ζωή θα αντιμετωπίσεις πολλές δύσκολες στιγμές, αν κλαίς για το ασήμαντο, στα σημαντικά τι θα κάνεις;».
«Ποιο είναι το ασήμαντο; Αυτά που νιώθω; Που σπαράζει η ψυχή μου από πόνο, το λες ασήμαντο; Δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ για αυτό το λες! Πονάω, δε μπορείς να με νιώσεις, δε μπορείς αν δεν το ‘χεις περάσει».
«Ναι, έχεις την αποκλειστικότητα, μόνο εσύ έχεις ερωτευτεί, μόνο εσύ έχεις καρδιά, εμείς όλοι οι υπόλοιποι άκαρδοι, το ομολογώ».
«Δεν είπα ότι δεν έχεις καρδιά, είπα ότι δεν πόνεσες ποτέ όσο εγώ».
«Και ποιος μπορεί να ξέρει πόσο πονάει ο άλλος; Είναι μέτρο το δάκρυ;
Θα στο πω για πρώτη και τελευταία φορά μικρή μου κι αν θες πίστεψε με, υπάρχει ένας πόνος τόσο δυνατός που όταν σε αγγίζει παγώνει και τα δάκρυα και την καρδιά και σου εύχομαι να μην τον νιώσεις ποτέ σου».

   Η λειτουργία ήταν άκρως συγκινητική, ο ιερέας τελείωσε μιλώντας για το ήθος του εκλιπόντα, για την ενάρετη ζωή του, για την βοήθεια που πρόσφερε στους συγχωριανούς του, για τον καλό λόγο που είχε για όλους.
«Ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας φίλος, ένας σύζυγος, ένας πατέρας» κατέληξε και δεν υπήρχε ούτε ένας μέσα στο εκκλησίασμα που να μην δάκρυσε.
Ούτε ένας ; Όχι υπήρχε ένας.
Ένας που είχε έρθει η στιγμή να μάθει πως υπάρχει κι ένας πόνος που δεν βρίσκει διέξοδο από τα μάτια αλλά φυλακίζεται μέσα στην ψυχή και σε τρώει από μέσα.

Το νεκροταφείο δεν ήταν μακριά, μία απόσταση μικρή που ωστόσο κάτω από το βάρος της ψυχικής φόρτισης και από τον καυτό ήλιο φάνηκε ατελείωτη για όλους.
Το τελευταίο δράμα παίχτηκε πάνω από το μνήμα, οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί, τα τελευταία δάκρυα, που δεν θα ήταν ποτέ τα τελευταία για την οικογένεια του παρά μόνο για τους υπόλοιπους.
Ένας - ένας αποχαιρέτησαν τον νεκρό και πήραν το δρόμο για την αίθουσα όπου θα έπιναν τον πικρό καφέ της συγχώρεσης.
Κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα πρόσωπο που παρέμεινε εκεί, ίσως μόνο ο άντρας της που την κοίταξε για λίγο τρυφερά κι ύστερα της ψιθύρισε «Πάρε το χρόνο σου» κι έφυγε αφήνοντάς την, ξέροντας μέσα του ότι ακόμα κι αν της ζητούσε να έρθει μαζί του θα ήταν ανώφελο.
Όταν έφυγαν όλοι έσκυψε και κάθισε χάμω χαϊδεύοντας με την παλάμη της απαλά το χώμα σαν να μην ήθελε να τον ξυπνήσει.
«Δεν εκπληρώθηκε η ευχή σου φίλε μου» μονολόγησε «ξέρω πως μου την έδωσες με την καρδιά σου αλλά δεν πέτυχε, πονάω, τώρα ξέρω κάτι που δεν έπρεπε έτσι να το μάθω, ο πόνος του έρωτα και της σάρκας δεν είναι τίποτα μπροστά στον πόνο της ψυχής, όταν χάνεις την ψυχή σου ο πόνος δεν έχει μέτρο κι εσύ ήσουν η ψυχή μου».

Ο άντρας της κοίταζε συνέχεια την πόρτα της αίθουσας περιμένοντας τον ερχομό της, ο κόσμος σιγά σιγά έπινε τον καφέ του και έφευγε εκείνη όμως δεν έλεγε να γυρίσει, κάποια στιγμή σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μνήμα μην μπορώντας να περιμένει άλλο, όλοι σχεδόν είχαν ήδη φύγει.
Είδε από μακριά το κορμί της μπρούμητα ξαπλωμένο πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, έφτασε δίπλα της, την άγγιξε τρυφερά και χάιδεψε τα μαλλιά της.
«Έλα γλυκιά μου πρέπει να φύγουμε» της ψιθύρισε αλλά εκείνη δεν κινήθηκε.
Την σήκωσε με προσοχή στην αγκαλιά του κι αντίκρυσε το παγωμένο ίδιο βλέμμα που είχε από την προηγούμενη νύχτα, μόνο που τώρα δεν ήταν μόνο το βλέμμα της παγωμένο, αλλά ολόκληρο το κορμί της τόσο παγωμένο που έκανε αντίθεση με τον καυτό ήλιο που έλαμπε μέσα στα ορθάνοιχτα καταπράσινα μάτια της.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Η καραντίνα.



Έστειλε μήνυμα στο 13033 πως θα πάει για σωματική άσκηση, κατευθύνθηκε λοιπόν προς το πάρκο, δεν είχε ευτυχώς πολύ κόσμο, δύο τρεις περιφέρονταν με ένα λουρί σκύλου, χωρίς σκύλους.
Χαμογέλασε μόνη της.
Τι κάνουν οι άνθρωποι για να ξεφύγουν λίγο από τις τρύπες που τους έχουν εδώ
και μήνες κλείσει;
  Είχαν περάσει ήδη δύο μήνες,
μέσα Μαΐου κι ακόμα η καραντίνα δεν είχε λήξει, μέσα της αναρωτιόταν κι αν θα έληγε και ποτέ. Ένας επικίνδυνος ιός τους είχαν πει δίχως θεραπεία, τόσο επιθετικός που σκοτώνει παγκοσμίως εκατομμύρια ανθρώπους και η μόνη προφύλαξη ήταν η καραντίνα  και η κοινωνική απομάκρυνση από όλα κι όλους. Μόνο με την οικογένεια του ο καθένας σπίτι και μόνο για τα απολύτως απαραίτητα έξω, σούπερ μάρκετ, τράπεζα, άντε και καμιά βόλτα με τον σκύλο ή ένα ολιγόλεπτο περπάτημα πάντα όμως σε απόσταση από τους άλλους.
  Έτσι κι εκείνη δεν πλησίαζε κανέναν κι ούτε και κανένας την πλησίαζε.
Το πάρκο σε λίγο είχε ερημώσει, ακόμα κι αυτοί που έβγαλαν βόλτα τα ανύπαρχτα σκυλιά τους είχαν φύγει είχε αρκετή ψύχρα για Μάιο. «Αυτός ο ιός έφερε παγωνιά και στη φύση όχι μόνο στις σχέσεις των ανθρώπων» συλλογίστηκε.
  Κάποιος πέρασε ξαφνικά στα δύο μέτρα από δίπλα της, τόσο τους είχαν ανακοινώσει από μέρες πως θα έπρεπε να απέχουν ο ένας από τον άλλον, προχώρησε και κάθισε σε ένα παγκάκι στο μέσον του πάρκου, σταμάτησε κι εκείνη το περπάτημα και κάθισε στο απέναντι ακριβώς παγκάκι στα πέντε μέτρα περίπου από το δικό του. Μπορούσε να τον βλέπει καθώς το φως της κολώνας φώτιζε πάνω του τόσο όσο χρειαζόταν για να διακρίνει το πρόσωπο του. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου συναντήθηκαν τα βλέμματα τους, πριν μια γυναίκα καθίσει δίπλα του, δεν νοιάστηκε εκείνη να αφήσει τα μέτρα που της αναλογούσαν μακριά του, αντίθετα τον αγκάλιασε σφιχτά θέλοντας να αποδείξει την κυριαρχία του πάνω της. «Έχει ψύχρα» άκουσε να του ψιθυρίζει, είχε τόση ησυχία που το άκουσε πεντακάθαρα χωρίς καν να προσπαθήσει «Να μην μείνουμε πολύ εδώ, καλύτερα να περπατάμε γιατί κρυώνω» συνέχισε να λέει σφίγγοντας τον ακόμα πιο δυνατά στην αγκαλιά της μέχρι που την αγκάλιασε κι εκείνος τρυφερά. «Έχεις δίκιο, καλύτερα να φύγουμε κάνει ψύχρα να μη μου κρυώσεις» της είπε και σηκώθηκε αμέσως κι εκείνη τον ακολούθησε.
 Τους ακολούθησε κι εκείνη με το βλέμμα της καθώς έφευγαν και μόλις απομακρύνθηκαν τελείως, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το παγκάκι, κάθισε στο σημείο που καθόταν ο άντρας αφού πρώτα πήρε στα χέρια της ένα μικρό χαρτάκι που είχε απομείνει εκεί διπλωμένο, το άνοιξε και διάβασε:
«Σε παρακαλώ δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα να της μιλήσω, θα το κάνω στο υπόσχομαι. Συγνώμη ψυχή μου, συγχώρεσε με που είμαι τόσο δειλός, ευχαριστώ που ήρθες κι απόψε, συγχώρεσε με που δε μπορώ να σε αγκαλιάσω, το θέλω τόσο πολύ ψυχή μου, αύριο θα της μιλήσω, αύριο στο υπόσχομαι, εδώ στις 8 το βράδυ, όλα θα αλλάξουν πίστεψε με».
Την επόμενη μέρα στης 8 ήταν πάλι εκεί, κάθισε στο παγκάκι περίμενε αρκετή ώρα μα το πάρκο ήταν ολότελα άδειο, σήμερα το κρύο ήταν ακόμα πιο δυνατό, ωστόσο δεν κρύωνε απ’ το κρύο, μόνο την καρδιά της ένιωθε παγωμένη και στη σκέψη ότι κάτι άσχημο μπορεί να του είχε συμβεί ανατρίχιασε ολόκληρη, εδώ και δύο μήνες οι παράξενες αυτές ολιγόλεπτες συναντήσεις τους έδιναν μια νότα αισιοδοξίας στην απομόνωση της, γιατί εκείνη δεν είχε κανέναν να μοιραστεί την καραντίνα της, ούτε άνθρωπο ούτε ζώο, είχε μόνο εκείνον κι ας τον γνώριζε ελάχιστα, τον είχε αγαπήσει από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, κι ας μην πρόλαβε να τον γνωρίσει όπως έπρεπε, πρόλαβε αυτός ο ιός να μπει ανάμεσα τους και να της στερήσει την δυνατότητα να περάσει τον χρόνο που ήθελε μαζί του, τον χρόνο που ένιωθε ότι είχε χάσει μιας και δεν τον είχε γνωρίσει νωρίτερα όπως έπρεπε, όπως πραγματικά έπρεπε. Πολλά πράγματα της είχε στερήσει η ζωή και η αγάπη του ήταν ένα από αυτά. Και τώρα ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, πως κάτι κακό είχε συμβεί.
 Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, σήκωσε το βλέμμα μέχρι το παράθυρο του δωματίου του, και τότε πρόσεξε την κόκκινη κορδέλα που ανέμιζε περασμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού, το σήμα των σπιτιών που είχαν βεβαιωμένο κρούσμα του ιού και έπρεπε να παραμείνουν σε απόλυτη καραντίνα.

«Την κορδέλα κοιτάς;» άκουσε μια φωνή πίσω της «Κρίμα στον άνθρωπο, πέθανε ξαφνικά το πρωί, δεν είχε καν συμπτώματα, τον χτύπησε στην καρδιά, πέθανε στον ύπνο του, κι η οικογένεια του όλη σε καραντίνα αύριο το πρωί στην κηδεία του κανείς δεν θα τον αποχαιρετίσει».
 Ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν, έφυγε τρέχοντας, ούτε κατάλαβε πότε έφτασε σπίτι, έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι και έκλαιγε με λυγμούς μέχρι που ξημέρωσε.

Δεκαπέντε Ιούνη, πρώτη μέρα της λήξης της καραντίνας ο κόσμος είχε αρχίσει δειλά δειλά να βγαίνει στους δρόμους ακόμα φοβισμένος, μερικοί ακόμα φορούσαν μάσκες και κοιτούσαν καχύποπτα τον συνομιλητή τους κρατώντας ακόμα τις αποστάσεις «θα πάρει πολύ καιρό οι άνθρωποι να ξαναγυρίσουν στις παλιές τους συνήθειες της απλόχερης αγκαλιάς» συλλογιστηκε.
Για εκείνη δεν υπήρχε λόγος καν να το σκεφτεί, δεν είχε κανέναν, κανέναν να αγκαλιάσει, ούτε καν να μιλήσει. Δεν γνώριζε κανέναν σε αυτήν την παράξενη πόλη που η ζωή την είχε φέρει. Άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της στην βαλίτσα της, τώρα που επιτρεπόταν η μετακίνηση θα μπορούσε πια να φύγει, δεν υπήρχε εδώ τίποτα πια για εκείνην, θα έφευγε το απόγευμα της ίδιας μέρας αφού πρώτα τον αποχαιρετούσε, δεν ήξερε που τον είχαν θάψει, δεν υπήρχε τρόπος να μάθει από κανέναν, ήξερε όμως που μπορούσε να τον βρει, εκεί στο μικρό πάρκο που δύο μήνες από απόσταση μοιράστηκαν δύο αντικριστά παγκάκια, εκεί κάθε βράδυ μετά τον χαμό του άφηνε ένα λουλούδι στη μνήμη του, εκεί τον πένθησε, εκεί θα τον αποχαιρετούσε και σήμερα για πάντα.
 Περνώντας μπροστά από το σπίτι του κοντοστάθηκε πάλι όπως έκανε κάθε βράδυ για ένα δευτερόλεπτο τον τελευταίο μήνα, παρακολουθώντας την κόκκινη κορδέλα να ανεμίζει στο μπαλκόνι, μέχρι που πριν δύο βδομάδες την είχαν ξεκρεμάσει, είχε χαρεί πολύ εκείνο το βράδυ, ήταν το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε χωρίς να κλάψει μετά από πολύ καιρό.
- Παναγιώτα;
Άκουσε ξαφνικά να φωνάζουν το όνομα της από το μπαλκόνι, και μια μαυροντυμένη γυναίκα της έκανε νόημα να ανέβει.
- Παναγιώτα, έλα σε παρακαλώ, πρέπει να σου μιλήσω.
Κοντοστάθηκε μην ξέροντας τι να κάνει. Αυτή η γυναίκα γνώριζε το όνομα της, άρα της είχε μιλήσει εκείνος, είχε τηρήσει την υπόσχεση που της είχε δώσει εκείνο το τελευταίο βράδυ. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι
- Με λένε Εύα, της συστήθηκε η γυναίκα αλλά θα το γνωρίζεις
-Μάλιστα, το γνωρίζω.
- Μου μίλησε για σένα λίγο πριν πεθάνει, τις τελευταίες μέρες δεν ήταν καλά, δεν το παραδεχόταν όμως, εξακολουθούσε να βγαίνει κάθε βράδυ στο πάρκο αν και του φώναζα να προσέχει την υγεία του, έλεγε πως ήταν ένα απλό κρύωμα, πως δεν είχε αρρωστήσει από τον ιό, εκείνο το βράδυ του είπα πως δεν θα του επέτρεπα να ξαναβγεί κι ότι θα τηλεφωνούσα στο γιατρό, πως δεν ήταν σωστό να βάζει σε κίνδυνο κι άλλους ανθρώπους και του ανάφερα εσένα «όπως την κοπέλα στο πάρκο που καθόταν στο παγκάκι» του είπα και τότε μου είπε πως αυτός ήταν ο λόγος που πήγαινε στο πάρκο για να σε δει.
- Δεν γνώριζα ότι ήταν άρρωστος, λυπάμαι πολύ, ίσως πιστεύεται ότι φταίω για το θάνατο του….
- Όχι βέβαια, κανείς δε φταίει για το θάνατο του, έφυγε τόσος κόσμος, δεν ήταν στο χέρι μας να κάνουμε κάτι για κανέναν, μόνο να τους πενθήσουμε μπορούμε και να τους συγχωρέσουμε για τα λάθη τους.
- Εγώ δεν έχω σε τίποτα να τον συγχωρέσω, δεν μου έκανε κανένα κακό, αντίθετα μου φέρθηκε με πολύ αγάπη, αυτόν τον λίγο χρόνο που μπήκα ξαφνικά στη ζωή του από το πουθενά, σε εσάς ίσως ναι, το καταλαβαίνω, η ύπαρξη μου θα σας διέλυσε τον κόσμο που είχατε πλάσει δίπλα του τόσα χρόνια, λυπάμαι για σας αλλά συγχρόνως χαίρομαι που πρόλαβα να τον γνωρίσω κι ότι κι αν πιστεύετε εσείς, ότι κι αν μου πείτε για μένα ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Θα πρέπει να φύγω, σε λίγη ώρα φεύγει το λεωφορείο μου δεν θα ήθελα να το χάσω.
- Φεύγεις από την πόλη;
- Δεν υπάρχει κάτι πια να με κρατάει εδώ, μακάρι να μην σας είχε μιλήσει καν για μένα, αν ζούσε μόνο είχε αξία η παρουσία μου εδώ, απ’ την στιγμή που έφυγε δεν υπάρχει λόγος να βρίσκομαι εδώ.
- Νομίζω πως υπάρχει ένας πολύ σοβαρός λόγος για να μείνεις, έστω και για λίγο, θέλω να γνωρίσεις κάποιον, του έστειλα μήνυμα μόλις σε προσκάλεσα να ανέβεις, σε λίγα λεπτά θα έρθει, μπορείς να περιμένεις λίγο;
Δύο λεπτά μετά άνοιξε η πόρτα, ένας νεαρός μπήκε στο δωμάτιο, προχώρησε βιαστικά προς το μέρος τους, κοντοστάθηκε για μια στιγμή κοιτάζοντας πότε τη μια και πότε την άλλη γυναίκα, μέχρι που άκουσε την μεγάλη γυναίκα να του λέει τρυφερά.
- Νίκο μου να σου συστήσω την Παναγιώτα, την μικρή σου αδερφή, Παναγιώτα μου ο μεγάλος σου αδερφός, νομίζω πως είναι ένας λόγος για να μείνεις λίγο ακόμα εδώ για να τον γνωρίσεις ή κάνω λάθος;
Η Παναγιώτα δεν απάντησε, μόνο σηκώθηκε από τον καναπέ και αγκάλιασε σφιχτά τον νεαρό που την έσφιξε το ίδιο σφιχτά στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε «Δεν έχεις να πας πουθενά μικρή».
Έτσι της είχε πει κι ο πατέρας της όταν τον συνάντησε εκείνο το πρωινό του Μάρτη για πρώτη φορά δύο μέρες πριν την καραντίνα, όταν τον ενημέρωσε ότι ήταν η κόρη του και πως το μόνο που ήθελε ήταν απλά να τον γνωρίσει μετά τον θάνατο της μητέρας.
«Δεν έχεις να πας πουθενά μικρή, εδώ είναι το σπίτι σου».

Σοφία Τανακίδου.


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Η απόφαση

Κι ανέβηκε τόσα πατώματα
μέχρι να φτάσει στην ταράτσα
Είχε παρθεί από καιρό η απόφαση
Ίσως στο γλέντι το πρωτοχρονιάτικο όταν όλοι ανάγγελναν τους στόχους της χρονιάς που άλλαζε
Κι εκείνη ..δεν είχε όνειρα!
Κι εκείνη ...δεν είχε στόχους!
Εγκλωβισμένη σε μια ζωή που την έπνιγε
Και που το μόνο που ήθελε ήταν να μην την πνίγει κάθε μέρα που ξημέρωνε
να μην την έπνιγε κάθε ηλιοβασίλεμα που σκοτείνιαζε μέσα της...
Κανείς δεν έβλεπε τη θηλιά στο λαιμό της, κανείς δεν έβλεπε πόσο πνιγόταν, κανείς δεν θα την καταλάβαινε
Πώς να καταλάβεις κάποιον που δε βλέπεις!!!
Εκεί στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι αποχαιρέτησε βουβά με τα μάτια.
Μόνο την μικρή της δεν αποχαιρέτησε
Με κείνη ήταν δεμένες πάντα με τον ομφάλιο λώρο δε θα την αποχωριζόταν ποτέ!
Κι ανέβηκε τόσα πατώματα για να φτάσει στην ταράτσα κρατώντας την ζεστά στην αγκαλιά της.
Δεν τα κατέβηκε ποτέ...