Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Ως την τελευταία στιγμή

 



Ξύπνησε στην μέση της νύχτας, το ρολόι έγραφε 3 έναν τόσο μικρό αριθμό σε αντίθεση με τους σφυγμούς της που πρέπει να είχαν ξεπεράσει τους 200.

Σηκώθηκε τρέμοντας από το κρεβάτι και μπήκε με τα ρούχα στην μπανιέρα.

Καθώς το νερό έτρεξε κρύο πάνω της οι σφυγμοί άρχισαν να χαλαρώνουν όπως κι ο τρόμος της.

Πέντε λεπτά κάτω από το παγωμένο νερό ηρέμησαν το σώμα μα την ψυχή ακόμη δεν το είχαν κατορθώσει. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ταξιδέψει τις σκέψεις της

Να τις ταξιδέψει μακριά και πίσω, όλο και πιο πίσω στην απαρχή της ζωής της, στα χρόνια εκείνα τα εφηβικά που πίστευε πως το μόνο πράγμα που θα την πλήγωνε ποτέ ήταν να χάσει την πρώτη της αγάπη...

Πίστευε πως θα πεθάνει, πως η καρδιά της θα σταματήσει όταν χωρίσουν. Και χώρισαν! Κι άδειασε ένα τόνο κλάμα πάνω στο παγκάκι του πάρκου την ώρα που ο κολλητός της την παρηγορούσε και της σκούπιζε τα δάκρυα λέγοντας της πως δεν αξίζει να κλαίς για ό,τι  δεν αξίζει.

Εκεί ξαναγύριζε πάντα στα δύσκολα σε εκείνη τη στιγμή που τότε ένιωθε πως ήταν η χειρότερη μα σήμερα ήταν αυτή που την κρατούσε, που της έπαιρνε τον πανικό και την ηρεμούσε ξανά και ξανά.

Που να φανταζόταν ότι μια τόσο πικρή στιγμή θα γινόταν το καταφύγιο που θα χωνόταν για χρόνια να σωθεί από τους εφιάλτες που δέσποζαν τις νύχτες της;

Άλλαξε ρούχα και περίμενε να ξημερώσει, οι ώρες κυλούσαν αργά και βασανιστικά μέχρι το ρολόι να χτυπήσει εφτά...

Ακόμη κι αν τον ξυπνούσε θα του τηλεφωνούσε, δεν άντεχε να περιμένει άλλο.

"Σε χρειάζομαι" του είπε...

Τίποτα άλλο! Εκείνος ήξερε...

Και δε θα αργούσε να έρθει δίπλα της! 

Θα μπορούσε να παρατήσει τα πάντα για να βρίσκεται στο λεπτό δίπλα της, αν και ποτέ δεν του το ζήτησε. Της αρκούσε μόνο την φωνή του να ακούσει και να του δηλώσει πως τον χρειάζεται. Δεν την ενδιέφερε αν έρθει, έφτανε να ακούσει την ανάσα του απ το τηλέφωνο και την πάντα γλυκειά φωνή του να της λέει "Εδώ είμαι, πες μου..."

Μα τι να έλεγε;

Πώς να τον βυθίσει στα σκοτάδια της; Πώς να τον στείλει σε ένα λαβύρινθο μαζί της χωρίς επιστροφή; Ό,τι και να μοιραζόταν το μαύρο θα παρέμενε μαύρο κι ο πανικός τις νύχτες ολοζώντανος. Όσα συναισθήματα κι αν άδειαζε, όσα δάκρυα κι αν ξεχύνονταν ποτάμι από μέσα της, τίποτα δε θα άλλαζε, μόνο θα παρέσυρε κι εκείνον μαζί της μέσα στην απέραντη ζούγκλα της απελπισίας της.

Κι ίσως να θύμωνε με την αντοχή και την απάθεια που αντιμετώπιζε το κάθε τι, που το έθαβε μέσα στη σιωπή δηλητηριάζοντας κομμάτι κομμάτι το μέσα της. Πάντα η ίδια δεν θα άλλαζε. Πάντα απέξω δυνατή και ακέραια και μέσα της κομμάτια διαλυμένα που δεν έδεναν πουθενά.

Θα θύμωνε, θα φώναζε, κι ύστερα θα την αγκάλιαζε στοργικά όπως πάντα, ανίκανος να την βοηθήσει, ερείπιο μέσα του σαν ναυαγισμένο νησί, όχι ναυαγός, ολόκληρο νησί ναυαγισμένο με μόνο ναυαγό εκείνην που θα πνίγονταν αν δεν κρατιόταν κι αυτός στην επιφάνεια που τον βούλιαζαν τα συναισθήματα της.

"Έλα εδώ" της είπε και τα χέρια του απλώθηκαν σαν ουρανός και την αγκάλιασαν.

"Έλα εδώ" και τα λόγια του γίναν πανωφόρια να ζεστάνουν την παγωνιά της.

"Έλα εδώ" μια αχτίδα φωτός έσκισε το σκοτάδι και σφηνώθηκε μέσα στα μάτια του.

"Έλα εδώ μικρή μου" 

Κι έγινε πάλι κοριτσάκι κι ο χρόνος κύλησε πάλι πίσω εκεί που όλα είχαν αρχίσει πάνω σ' ένα παγκάκι. Εκεί που όλα τώρα τελειώναν πάνω σε ένα παγκάκι... παρελθόν και σήμερα αντάμα... χωρίς μέλλον πια... αλλά με εκείνον δίπλα της μέχρι την τελευταία της στιγμή μαζί της.


Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

Θαλασσινές ιστορίες (της Σοφίας Τανακίδου)


 Θαλασσινές ιστορίες 


Τέλη Σεπτεμβρίου.

Το φθινοπωρινό κρύο είχε αρχίσει ήδη και τα απογεύματα ο νοτιάς δεν αστειεύεται. 

Ο νεαρός ψαράς, φόρτωσε τα παραγάδια, φόρεσε και την μουσαμαδιά στην πλάτη του και ξεκίνησε βάζοντας μπρος την μηχανή του σκάφους του.

Αφού έριξε τα παραγάδια του στη θάλασσα, γύριζε πίσω στην καλύβα του, ενώ ήδη είχε αρχίσει να νυχτώνει.

Μια συνηθισμένη καθημερινή διαδρομή ήταν που απολάμβανε πάντα μιας και η μόνιμη δουλειά του το ψάρεμα δεν ήταν μόνο εργασία, αλλά τρόπος ζωής που ξεκινούσε από τα μικρά του χρόνια. 

Η οικογένεια του, όλοι ψαράδες, πατέρας, θείοι, ξαδέρφια. Μεγαλωμένος μέσα στη θάλασσα την αγαπούσε και την εμπιστευόταν σαν μάνα. 

Μα την θάλασσα πρέπει κάπου κάπου και να την φοβάσαι, γιατί ο φόβος σε κρατάει σε εγρήγορση και δεν σε αφήνει να κάνεις παράτολμες ενέργειες που ο νεαρός ψαράς έκανε ασυναίσθητα εκείνη την στιγμή. 

Δύο μικρές απερίσκεπτες ενέργειες που ίσως σε κάποια άλλη περίπτωση να μην είχαν καμία σημασία, αλλά σήμερα όρισαν σε δευτερόλεπτα το τι θα συνέβαινε.

 Έδωσε λοιπόν περισσότερα γκάζια στην μηχανή και συγχρόνως άφησε την ασφάλεια από τα χέρια του. 

Η ασφάλεια είναι ένας μηχανισμός, ένα κλειδί που οτιδήποτε κι αν σου συμβεί στην πορεία κλείνει αυτόματα την μηχανή του σκάφους με ένα τράβηγμα του χεριού. 

Ο ψαράς όμως είχε αφήσει την ασφάλεια από τα χέρια του για να τυλιχτεί καλύτερα με την μουσαμαδιά του γιατί είχε αρχίσει να κρυώνει. 

Την ίδια στιγμή η βάρκα χτύπησε με δύναμη σε έναν πάσσαλο που δεν φαίνονταν μέσα στη θάλασσα κι όπως ήταν αναμενόμενο με το χτύπημα το σώμα του πετάχτηκε ψηλά έξω από το σκάφος, ίσα με τέσσερα μέτρα πάνω και έπεσε μετά με φόρα στο νερό. 

Για λίγο τα έχασε, προσπαθούσε να επεξεργαστεί με το μυαλό του το τι συνέβαινε, ενώ η βάρκα συνέχιζε να προχωράει τώρα πια όμως σε μια τρελή πορεία κυκλική γύρω του άκρως επικίνδυνη για την ζωή του.

Η βάρκα έτρεχε γρήγορα κι αυτός ήταν εγκλωβισμένος στη δίνη της.

Μια μικρή αλλαγή πορείας θα τον σκότωνε, έπρεπε να βρει λοιπόν τρόπο να βγει από τον κύκλο της επιρροής της. 

Θα προλάβαινε όμως; 

Τα ρούχα που φορούσε βάραιναν πάνω του, έπρεπε να κολυμπήσει βαθιά κάτω από τη θάλασσα έτσι ώστε αν τον προλάβαινε η βάρκα να μην τον παρέσερνε στο διάβα της. Με το που πέρασε λοιπόν από δίπλα του, πήρε μια μεγάλη ανάσα και βούτηξε όσο πιο βαθιά μπορούσε. Μέχρι να βγει όμως στην επιφάνεια η βάρκα είχε φτάσει ήδη ξανά δίπλα του, άρπαξε η προπέλα της την μουσαμαδιά του που αιωρούνταν πάνω από το νερό και την τράβηξε από πάνω του με δύναμη...

Την ίδια στιγμή ο πρώτος του ξάδερφος μόλις είχε ρίξει κι αυτός τα παραγάδια του κι επέστρεφε σπίτι του. 

Μόλις είχε παρκάρει το αμάξι του στην αυλή του σπιτιού του όταν χτύπησε το κινητό του. Μπορούσε να δει ποιος τον καλεί, αλλά η σύνδεση δεν ήταν καθόλου καλή κι ήταν δύσκολο στην αρχή να καταλάβει τι συνέβαινε.

Ανάμεσα στην διακεκομμένη φωνή που ζητούσε βοήθεια ακουγόταν μια δυνατή βοή που δυσκόλευε την συννενόηση.

Δεν χρειαζόταν να ακούσει τίποτα άλλο όμως. Γνώριζε το σημείο που ψάρευε ο ξάδερφος του κι αυτό του έφτανε!

 Έβαλε μπροστά το αμάξι και ξεκίνησε βιαστικά για τη θάλασσα. 

Είκοσι λεπτά διαδρομή που του φάνηκε ατελείωτη. Σε όλο το δρόμο μάλωνε με τον χρόνο που δεν είχε σταθεί σύμμαχος του. Μισή ώρα νωρίτερα αν του είχε τηλεφωνήσει ή αν είχε λίγη ώρα αργήσει ο ίδιος θα ήταν τώρα ακόμη στη θάλασσα για να τον βοηθήσει. Γιατί όσο η ώρα περνούσε ήξερε ότι η κατάσταση θα χειροτέρευε για τον ξάδερφο του.

Δύο αδερφών παιδιά ήταν, συνομήλικα, με ελάχιστους μήνες διαφορά στη γέννηση τους, μεγαλωμένα μαζί σαν αδέρφια, ίδιο όνομα, ίδιο επίθετο, ίδιους φίλους!

Μόλις ανέβηκε το παράκτιο, μπορούσε ήδη να ακούσει το θόρυβο της μηχανής που έσπαζε την ησυχία της νύχτας, σε λίγα λεπτά την έβλεπε κι όλας να σκίζει την θάλασσα με λύσσα σε μία κυκλική πορεία, αλλά δεν έβλεπε τίποτα άλλο. Κανένα σημάδι ανθρώπου! 

Η καρδιά του σφίχτηκε, πάτησε το γκάζι και το αμάξι άρχισε να τρέχει ακόμη πιο γρήγορα, μα πιο γρήγορα από την καρδιά του δεν ήταν δυνατόν να τρέξει. 

Οι χτύποι της καρδιάς του είχαν ξεπεράσει κάθε δυνατή ταχύτητα...

Όταν έφτασε στην καλύβα του, από μακριά στο βάθος μπροστά του έβλεπε ακόμη το σκάφος να διασχίζει σε κυκλική πορεία ακυβέρνητο τη θάλασσα, χωρίς να κόβει καθόλου την ορμή του.

Ανέβηκε βιαστικά στη δική του βάρκα κι έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε προς τα εκεί. Εκτός από το σκάφος του ξαδέρφου του, τίποτα άλλο δεν φαινόταν στον ορίζοντα κι όσο πλησίαζε άλλο τόσο οι ελπίδες να τον βρει ζωντανό εξασθενούσαν.

Δεν μπορούσε να πλησιάσει πολύ γιατί δεν ήταν ασφαλές ούτε για τον ίδιο, αν άλλαζε πορεία η ακυβέρνητη βάρκα θα μπορούσε στη φορά της να παρασύρει και το δικό του σκάφος.

Είχε αρχίσει να απογοητεύεται ότι τον είχε πια χάσει όταν άκουσε μια ανθρώπινη φωνή ανάμεσα στους θορύβους της εξολέμβιας κι ένα χέρι να απλώνεται πάνω από το ύψος της θάλασσας...

Πλησίασε γρήγορα δίπλα του και τον τράβηξε μέσα στο σκάφος.

Για λίγα λεπτά κοιταζόντουσαν σαν να μην πίστευαν πως έβλεπαν ξανά ο ένας τον άλλον.

Βγήκαν γρήγορα στην καλύβα και του έδωσε στεγνά ρούχα να αλλάξει γιατί είχε παγώσει τόσες ώρες μέσα στη θάλασσα.

Έμειναν εκεί περιμένοντας να αδειάσει το ντεπόζιτο της βάρκας για να σβήσει και να μπορέσουν να την πλησιάσουν. Συγχρόνως κι άλλοι ψαράδες είχαν ήδη αρχίσει να έρχονται να βοηθήσουν ακούγοντας τον θόρυβο της ακυβέρνητης βάρκας. Αφού είδαν πως ο ψαράς είχε σωθεί ηρέμησαν και συνέχισαν τον δρόμο τους.

Η προπέλα είχε τραβήξει την μουσαμαδιά που μέσα υπήρχαν όλα τα κλειδιά, της καλύβας του, του αμαξιού, του σπιτιού του, ευτυχώς όμως σαν από θαύμα είχε προλάβει να σώσει το κινητό. Μια αδιάβροχη θήκη το είχε προφυλάξει από το αλμυρό νερό και η τεράστια προσπάθεια του να κρατάει όση ώρα στεκόταν μέσα στη θάλασσα το χέρι του όρθιο για να το κρατήσει άθικτο.

Έτσι μπόρεσε να τηλεφωνήσει για βοήθεια!

Κι αφού όλα είχαν τελειώσει τηλεφώνησε στο τέλος και στη γυναίκα του να του φέρει τα κλειδιά του αμαξιού για να μπορέσει να το επιστρέψει σπίτι. Της είπε στο τηλέφωνο ότι απλώς του έπεσαν μέσα στη θάλασσα για να μην την τρομάξει...

Αν και λένε πως οι ψαράδες υπερβάλλουν όταν διηγούνται το μέγεθος των ψαριών που έχουν πιάσει... όταν όμως θελήσουν να μιλήσουν για μια σκληρή περιπέτεια που έζησαν προσπαθούν να μειώσουν το τι έζησαν για να μην ανησυχήσουν τους αγαπημένους τους... ειδικά όταν ξέρουν πως η οικογένεια τους έχει χάσει με παρόμοιο τρόπο άνθρωπο...

Αλλά για αυτό θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά...

Σε αυτήν την θαλασσινή περιπέτεια θα κρατήσουμε μόνο πως πήγαν όλα καλά και πως η θάλασσα θέλει σύνεση και προσοχή.


Σοφία Τανακίδου





Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Η γραμμή του ορίζοντος (της Σοφίας Τανακίδου)





 


Η νεαρή κοπέλα κρατούσε ένα βιβλίο στα χέρια της και το διάβαζε με απίστευτη προσήλωση. Σαν να μην την ενδιέφερε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Τίποτα άλλο εκτός από την ιστορία που διάβαζε. Εκείνος όμως, δεν έπαψε στιγμή να την κοιτάζει από την ώρα που ανέβηκε στο λεωφορείο. Κι όσο εκείνη ήταν προσηλωμένη στο διάβασμα του βιβλίου της, άλλο τόσο αυτός ήταν προσηλωμένος πάνω της. Ξαφνικά δεν υπήρχε γύρω του κόσμος, είχαν αδειάσει όλα τα καθίσματα, δεν υπήρχε καν λεωφορείο, παρά μόνο εκείνη κι η θέση της κι αυτό το αναθεματισμένο βιβλίο που την είχε κατακτήσει ολότελα. Τόσο που ούτε τον είχε προσέξει. Κι όμως το ήξερε ότι ήταν ένας γοητευτικός άντρας, που αν τον κοίταζε για ένα δευτερόλεπτο θα την συγκινούσε, ένα βλέμμα της μόνο έφτανε να ρίξει προς αυτόν και θα ήταν δική του, το ήξερε... Όπως ήξερε πως εκείνη χωρίς να του ρίξει καν ένα βλέμμα τον είχε κατακτήσει! Ένα χαμόγελο χαράχτηκε ξαφνικά στα χείλη της, μια μικρή γκριμάτσα έσπασε την μελαγχολική διάθεση της. Τι άραγε διάβασε; Ποιες λέξεις προκάλεσαν αυτό το αχνό χαμόγελο; Γιατί χαμογελούσε διαβάζοντας λέξεις κι όχι κοιτώντας αυτόν; Αυτός ήταν ικανός να την κάνει ευτυχισμένη, να κάνει αυτή την μικρή γκριμάτσα αληθινό ολόκληρο χαμόγελο. Αν τον κοιτούσε έστω για ένα δευτερόλεπτο. Μα όσο επιτακτικά την κοίταζε αυτός, τόσο επιτακτικά εκείνη χωνόταν μέσα στο βιβλίο της. Πώς μπορεί κάποιος να μισήσει τόσο ένα βιβλίο; Ήθελε να της το αρπάξει και να το κάνει κομμάτια. Να πάψει πια να το κοιτά και να κοιτάξει μόνο αυτόν! Αντί να τον κοιτάξει, όμως, τράβηξε μηχανικά ένα στυλό από την τσάντα της κι έγραψε κάτι πάνω στο σελιδοδείκτη κι ύστερα συνέχισε πάλι να διαβάζει ξανά και ξανά μέχρι που το λεωφορείο ξαναγύρισε πίσω, μέχρι που ο κόσμος και τα καθίσματα όλα ξαναγύρισαν πίσω και μπήκαν ανάμεσα τους, μέχρι που εκείνη σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πόρτα που άνοιξε και...

Έτρεξε να την προλάβει να κατέβει στην ίδια στάση αλλά ο κόσμος τον εμπόδιζε, έσπρωχνε, μα κανένας δεν καταλάβαινε την αγωνία του να του κάνει χώρο να την προλάβει. Οι πόρτες έκλεισαν και το λεωφορείο ξεκίνησε πάλι, σβήνοντας κάθε ελπίδα να προλάβει να την ακολουθήσει. Έσκυψε το κεφάλι απογοητευμένος και τότε το είδε... μια μακρόστενη λουρίδα χαρτί στο πάτωμα: Ο σελιδοδείκτης της! Τον σήκωσε από το πάτωμα. Πίσω από τον σελιδοδείκτη ήταν γραμμένοι κάποιοι αριθμοί.

"Μάλλον σελίδες έχει σημειώσει" σκέφτηκε. Γιατί άραγε είχε σημειώσει αυτές τις σελίδες; Δεν μπορούσε να την βρει, αλλά μπορούσε να αναζητήσει το βιβλίο. Να μάθει τι έγραφαν αυτές οι σελίδες του. Τι ήταν αυτό που την κράτησε δέσμια των λέξεων του και δεν γύρισε να του ρίξει έστω ένα βλέμμα.

Κατέβηκε βιαστικά από το λεωφορείο και μπήκε στο πρώτο βιβλιοπωλείο που συνάντησε και έδειξε τον σελιδοδείκτη στον υπάλληλο.

"Θέλω αυτό το βιβλίο" είπε.

Ο υπάλληλος το κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο κι είπε με σιγουριά.

"Λυπάμαι δεν υπάρχει".

"Αν το παραγγείλω θα το φέρετε;"

"Συγνώμη, μάλλον δεν καταλάβατε! Δεν είπα πως δεν το έχουμε!Σας είπα πως δεν υπάρχει! Έχει πεθάνει ο συγγραφέας και οι συγγενείς του δεν έχουν δεχτεί να γίνει επανέκδοση. Το γνωρίζω γιατί μου το έχουν ζητήσει κι άλλοι πελάτες μου! Ίσως αν ψάξετε σε κάποια σάιτ να πουλιέται από συλλέκτες, αλλά να ξέρετε οι τιμές είναι εξαιρετικά υψηλές"

"Δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος να το βρω για να το διαβάσω;"

"Για να το διαβάσετε πιστεύω ότι κάπου θα υπάρχει, αν ψάξετε ίσως σε δανειστικές βιβλιοθήκες..."

Βγήκε απογοητευμένος από το βιβλιοπωλείο... δεν θα μάθαινε λοιπόν ποτέ του, τι υπογράμμισε το χέρι της; Τι υπογράμμισε η ψυχή της; Δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό! Πρώτα έχασε εκείνη και τώρα χάνει τον λόγο που τα χείλη της χαμογέλασαν, που το βλέμμα της δεν αντάμωσε το δικό του. Όχι, θα έβρισκε το βιβλίο κι όταν έβρισκε το βιβλίο μετά ήταν σίγουρος πως θα έβρισκε και εκείνη, κάπου είχαν κρυφτεί κι οι δυο τους μαζί, κάπου στο βάθος του ορίζοντα που απλωνόταν μπροστά του θα την έβρισκε. Κι εκείνην και το βιβλίο... γιατί πια το είχε συνειδητοποιήσει πως εκείνη και το βιβλίο ήταν ένα και το αυτό... 

Την επόμενη μέρα πήρε το ίδιο λεωφορείο, την ίδια ακριβώς ώρα, μόνο εκείνος όμως. Ήταν πάλι γεμάτο κόσμο, πόσο άδειο όμως γι' αυτόν. Αυτή τη φορά κατέβηκε στην στάση της. Κοίταξε τριγύρω! Προς τα πού να είχε πάει; Αριστερά, δεξιά, μπροστά, πίσω; Δεν είχε ιδέα, δεν είχε δει προς τα πού είχε κατευθυνθεί, ένα αερικό ήταν που χάθηκε όπως εμφανίστηκε. Κι αν δεν είχε ακόμη τον σελιδοδείκτη στα χέρια του θα άρχιζε να πιστεύει πως ήταν απλά ένα όραμα, μια οπτασία που γεννήθηκε μόνο για εκείνον για να τον βγάλει από το τέλμα της καθημερινότητας του, που δεν είχε τίποτα να τον εκπλήξει, τίποτα να τον ευχαριστεί, τίποτα πια να τον ενδιαφέρει και να τον συναρπάσει εδώ και τόσο καιρό! Έκανε κύκλους πέρα δώθε γύρω από τη στάση, κατηφόρισε όλα τα στενά, βήμα βήμα, ελπίζοντας πως κάπου θα την συναντήσει. Μάταια όμως! Και τότε είδε ένα παλιό επιβλητικό κτίριο "Δημοτική βιβλιοθήκη" έγραφε απέξω! Ένα δυνατό επιφώνημα αντήχησε στα χείλη του κι έτρεξε προς την είσοδο... Η βιβλιοθηκονόμος του χαμογέλασε απλόχερα.

"Τι θέλετε;"

"Αυτό το βιβλίο" πρόφερε δείχνοντας της το σελιδοδείκτη.

"Μισό λεπτό" του απάντησε και άνοιξε την οθόνη του υπολογιστή της.

"Δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή εδώ το έχει δανειστεί πριν λίγες μέρες ένας άλλος αναγνώστης"

"Ποιος;" του ξέφυγε ασυναίσθητα...

Η κοπέλα χαμογέλασε πάλι απλόχερα...

"Αυτό δεν μπορώ να σας το πω όπως καταλαβαίνετε, αλλά μπορώ όταν το επιστρέψει να το κρατήσω και να σας ειδοποιήσω"

"Ναι, να μου το κρατήσετε παρακαλώ! Αλλά πόσο καιρό περίπου το κρατάνε συνήθως;"

"Ένα μήνα το πολύ, υπάρχει όριο. Το έχει πάρει πριν δεκαπέντε μέρες από όσο βλέπω, οπότε σε άλλες τόσες μέρες περίπου θα σας τηλεφωνήσω "

Δεκαπέντε μέρες! Τι είναι δεκαπέντε μέρες για να περιμένει κάθε απόγευμα την επιστροφή του βιβλίου κι ίσως κι εκείνην... γιατί είχε μέσα του ξεκάθαρη την ελπίδα ότι ήταν αυτή που το είχε δανειστεί... Το ένιωθε... δεν μπορούσε να ήταν άλλη!

Κάθε απόγευμα από εκείνη τη μέρα έπινε τον καφέ του σε μια καφετέρια κοντινή με αποκλειστική θέα την βιβλιοθήκη περιμένοντας να την δει να περνάει επιστρέφοντας το βιβλίο. Οι μέρες όμως κυλούσαν χωρίς ποτέ να τη συναντήσει, μέχρι που ένα πρωινό χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του. Τον ενημέρωσαν πως το βιβλίο είχε μόλις επιστραφεί και πως μπορούσε να πάει να το νοικιάσει. Η απογοήτευση δεν ήταν ποτέ πιο σκληρή, πιο αμείλικτη. Την είχε πάλι χάσει! Με βαριά καρδιά έφτασε στη βιβλιοθήκη, έπιασε το βιβλίο στα χέρια του, ενστικτωδώς το έφερε στο πρόσωπο του, για να βεβαιωθεί ότι θα μύριζε το άρωμα της. Πως πράγματι ήταν εκείνη που το είχε πριν από λίγο στα χέρια της. Και σιγουρεύτηκε ολότελα! Κι ύστερα το άνοιξε βιαστικά προσπαθώντας να βρει τις υπογεγραμμένες σελίδες. Το ξεφύλλισε μέχρι την τελευταία σελίδα του κι απορημένος ρώτησε την βιβλιοθηκονόμο.

"Είναι σίγουρα το ίδιο βιβλίο; Οι σελίδες είναι λιγότερες!"

"Τι εννοείτε;" 

Της έδειξε ξανά το σελιδοδείκτη αυτή τη φορά όμως από την πίσω μεριά με τα σημειωμένα νούμερα.

"Μου είχε σημειώσει μια κοπέλα κάποιες σελίδες να διαβάσω, αλλά βλέπω πως το βιβλίο έχει λιγότερες σελίδες από το τελευταίο τριψήφιο αριθμό".

Η νεαρή κοίταξε τους αριθμούς και γέλασε πονηρά.

"Δεν είναι σελίδες, το τηλέφωνο της σου έγραψε"

"Τηλέφωνο; Αδύνατο! Είναι μόνο 8 νούμερα!"

"Το έχω κάνει κι εγώ γι' αυτό το ξέρω! Τα δύο πρώτα νούμερα του κινητού τα παραλείπουμε μιας και είναι δεδομένα!"

"Δεδομένα;!"

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο! Βγήκε από τη βιβλιοθήκη σχεδόν τρέχοντας. Άνοιξε το κινητό του πήρε μια βαθιά ανάσα και πάτησε τα νούμερα ένα ένα με προσοχή στο καντράν προσθέτοντας πρώτα τα δύο "δεδομένα". Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

"Ορίστε;"

"Καλησπέρα! Χάσατε έναν σελιδοδείκτη, σας έπεσε μέσα στο λεωφορείο, τον βρήκα εγώ" μουρμούρισε βιαστικά με μια ανάσα σχεδόν.

Σιγή για λίγα δευτερόλεπτα στην άλλη άκρη της συσκευής κι ύστερα η απάντηση που του έκοψε τα πόδια.

"Δεν έχω χάσει κανένα σελιδοδείκτη!"

Αυτό ήταν λοιπόν; Θα του έκλεινε τώρα το τηλέφωνο; Σαν να ήταν απλώς ένας ενοχλητικός;

Μα η φωνή συνέχισε να μιλάει μετά από ένα για εκείνον ατελείωτο δευτερόλεπτο.

"Δεν έχασα κανέναν σελιδοδείκτη, εγώ τον άφησα εκεί για να τον βρεις..."Που είσαι;" ρωτούσε τώρα η φωνή.

"Έξω από τη βιβλιοθήκη, μόλις νοίκιασα το βιβλίο".

"Σοβαρά; Δεν το πιστεύω ότι είσαι τόσο κοντά! Κοίτα ψηλά στον ορίζοντα μπροστά σου. Ψηλά πολύ ψηλά" τον παρότρυνε.

Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, σήκωσε όμως το βλέμμα ίσια μπροστά, ψηλά στη γραμμή του ορίζοντα και την είδε. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα, έμοιαζε σαν νύμφη που το είχε σκάσει από την λίμνη της και στεκόταν στο μικρό της μπαλκόνι, έτσι απλώς μόνο για να την αντικρίσει εκείνος!

"Στον πέμπτο, έλα, ανοίγω, να τα πούμε από κοντά. Να σου εξηγήσω..."

Να του εξηγήσει τι; Δεν ήθελε τίποτα να του εξηγήσει. Δεν τον ενδιέφερε το πώς και το γιατί του ζητούσε να τρέξει κοντά της. Δεν ήθελε εξηγήσεις η ευτυχία! Ξεχείλιζε από παντού μέσα του! Στον πέμπτο του είχε πει; Εκείνος γιατί ήδη βρισκόταν στον έβδομο; Στον έβδομο ουρανό! Έσφιξε δυνατά στο χέρι του το βιβλίο, πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο βήμα, που θα τον πήγαινε σε εκείνη. Δεν άκουσε το επίμονο κορνάρισμα του λεωφορείου, μέσα στο μυαλό του αντηχούσε ακόμη το "έλα" της. Μόνο το "έλα" της! Το βιβλίο τινάχτηκε από τα χέρια του, τινάχτηκε κι εκείνος μαζί του ψηλά... στη γραμμή του ορίζοντος, ενός νέου ορίζοντος πια... κι ύστερα έπεσαν ταυτόχρονα στην άσφαλτο δίπλα δίπλα και το βιβλίο άνοιξε στην τελευταία του σελίδα, έτσι που καθώς κυλούσε αθόρυβα η ζωή από μέσα του έσταξε πάνω στις τελευταίες λέξεις και το πότισε σβήνοντας με ένα έντονο σκούρο κόκκινο τον επίλογο του...

Εκείνη δεν άκουσε το κορνάρισμα, είχε κλείσει την μπαλκονόπορτα, και χτένιζε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη χαμογελώντας. Περίμενε τόσες μέρες να της τηλεφωνήσει κι είχε αρχίσει να απογοητεύεται ότι μάλλον δεν είχε βρει τον σελιδοδείκτη της. Κι όμως τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο καλά από την στιγμή που τον είχε δει. Μάλλον από τις στιγμές που τον είχε δει. Γιατί τον έβλεπε καθημερινά καθώς έκανε το πρωινό της περπάτημα να κάθεται στην ίδια θέση πάντα στο λεωφορείο της γραμμής και να κοιτάζει ψηλά στον ορίζοντα. Ποτέ προς το μέρος της κι ας στεκόταν στο πεζοδρόμιο την ώρα που περνούσε το λεωφορείο καθημερινά από εκεί περιμένοντας ένα βλέμμα του. Ώσπου το αποφάσισε! Θα ανέβαινε στο λεωφορείο!Θα δήλωνε την παρουσία της! Και τα είχε καταφέρει! Όση ώρα βρισκόταν μέσα εκεί διαβάζοντας τάχα το βιβλίο, δίχως να σηκώσει καν το βλέμμα της να τον κοιτάξει, ήξερε ότι την κοιτούσε! Ένιωθε το βλέμμα του να διαπερνά κάθε σημείο του κορμιού της. Χαμογέλασε και έγραψε το τηλέφωνο της στο σελιδοδείκτη, σηκώθηκε να κατέβει και τον άφησε να πέσει επίτηδες για να τον βρει εκείνος! Πίστευε στην μοίρα, κι αν η μοίρα ήθελε να συναντηθούν θα το φρόντιζε! Η μοίρα είναι αυτή που κανονίζει τα πάντα. Αν δεν ήθελε εκείνη να συναντηθούν ποτέ, η γραμμή του ορίζοντος θα έσβηνε για πάντα! Τώρα όμως... έβαψε βιαστικά μ' ένα κόκκινο κραγιόν τα χείλη της κι άνοιξε την εξώπορτα περιμένοντας να αφήσει το κόκκινο σημάδι του πάνω στα δικά του χείλη...

Και περίμενε... Απλώς περίμενε... Η μοίρα όμως είχε ήδη αποφασίσει...


Σοφία Τανακίδου

29/6/22

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Ο πατέρας



Ήταν ακόμα χαράματα όταν ξεκίνησε για την δουλειά, τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια μάζευε από τους κάδους, χαρτιά, κουτάκια αναψυκτικών, γυάλινα μπουκάλια κι ότι μπορούσε να πουληθεί.
Αυτή ήταν η δουλειά του λοιπόν, ένας ρακοσυλλέκτης που είχε κάπου κάπου και τα τυχερά του, χάρη σε πολλούς αφηρημένους ανθρώπους που μαζί με τα σκουπίδια πετούσαν και πολύτιμα πράγματα όπως χρυσαφικά ή ακόμα και χρήματα.
Έτσι λοιπόν επιβίωνε τα τελευταία 17 χρόνια, γιατί σε άλλες δουλειές δεν τον δέχονταν κανείς, όλοι γνώριζαν το ποιόν του, δεν ήταν μόνο καυγατζής ηταν και επιρρεπής στο ποτό,
Ενας - δύο που τον πήραν στη δούλεψή τους αγανάκτησαν και τον έδιωξαν αμέσως, έτσι η δουλειά του ρακοσυλλέκτη ήταν η μόνη του διέξοδος.
Τρίτη Κυριακή του Ιούνη και η μέρα έδειξε από το πρωί ότι θα ήταν πολύ ζεστή, ευτυχώς είχε προβλέψει να πάρει μαζί του παγωμένο νερό για τον δρόμο, σταμάτησε στον πρώτο κάδο κι άρχισε να ψάχνει μέσα σε αυτόν αλλά δεν έβρισκε τίποτα κατάλληλο προς πώληση, θύμωσε τόσο που άρχισε να πετάει τις σακούλες με φόρα στο δρόμο
"Τι κάνετε; Θα ειδοποιήσω την αστυνομία" ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την απέναντι πολυκατοικία.
Γύρισε την κοίταξε φανερά εκνευρισμένος και της φώναξε
"Ότι γουστάρω θα κάνω κυρά μου, άντε στη δουλειά σου που σε ενοχλήσαμε"
Η γυναίκα αναγνωρίζοντας το ποιος ήταν ξαφνικά, είπε ένα "Ο τρελό - Γιάννης είναι;" και μπήκε στο σπίτι χωρίς να συνεχίσει την αντιπαράθεση γνωρίζοντας ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
Όλοι το ήξεραν, αν σε έβαζε στο στόμα του δεν σε ξεπλεναν ούτε οι καταρράκτες του Νιαγάρα.
Μέχρι το μεσημέρι είχε γεμίσει ήδη δυο σάκους με τα "πολύτιμα του" έτσι τα έλεγε πάντα και κατευθύνθηκε στο μέρος όπου τα πουλούσε, ήταν ένας ρωμά που τα αγόραζε κάνοντας τρελά παζάρια με όλους, με τον τρελό - Γιάννη όμως δεν εκανε παζάρια, πάντα τα πλήρωνε χωρίς πολλές κουβέντες, γιατί δεν ήθελε να μαλώσει μαζί του.
Μια φορά στις αρχές της συνεργασίας τους πήγε να τον κοροϊδέψει και ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε χάμω στο πάτωμα με ένα μαχαίρι σύριζα στον λαιμό του, από τότε δεν ξανατόλμησε να τα βάλει μαζί του.
Ο τρελό - Γιάννης πήρε το αντίτιμο από τα " πολύτιμα" του και κατευθύνθηκε προς μια μικρή ταβέρνα που ήταν το στέκι του, παράγγειλε ένα τσίπουρο με μεζέ, που μέσα σε λίγη ώρα έγιναν δύο κι ύστερα τρία.
Αφού τα ήπιε και μάλωσε όπως συνήθιζε με τον μαγαζάτορα γιατί θεώρησε ότι του φουσκωσε τον λογαριασμό, ξεκίνησε για το σπίτι.
Πριν φτάσει όμως σταμάτησε δυο στενά από το σπίτι χώθηκε σε μια πολυκατοικία που είχε μείνει στα μπετά και έριξε έναν μικρό υπνάκο.
Δύο ώρες του ήταν αρκετές για να ξεκουραστεί και να ξεμεθύσει.
Κοίταξε το παλιό του ρολόι και με δυσκολία προσπάθησε να διαβάσει την ώρα, γιατί το τζάμι απ' το ρολόι είχε ραγίσει
"Δεν θα πετάξει κανείς στα σκουπίδια κανένα ρολόι;" μονολόγησε "δύο μήνες τώρα σπασμένο να μην μπορώ να βρω ένα καινούργιο, την γκαντεμιά μου μέσα" συνέχισε βρίζοντας.
Είχε πάει πέντε το απόγευμα, έπρεπε να γυρίσει σπίτι, ήταν η ώρα που πάντα επέστρεφε, σηκώθηκε αστραπιαία χτένισε με τα χέρια του τα μαλλιά του, πήρε μέσα από το σακίδιο που πάντα κουβαλούσε στην πλάτη μια καθαρή μπλούζα, την φορεσε, έβαλε την λερωμένη από τα σκουπίδια στο σάκο και ξεκίνησε για το σπίτι.
Άνοιξε προσεχτικά την πόρτα έβγαλε τα παπούτσια του και κατευθύνθηκε πατώντας στις μύτες μέσα στον χώρο για να μην ξυπνήσει την κόρη του, ήξερε πως ήταν η ώρα που εκείνη πάντα σχεδόν κοιμόταν αφού γύριζε από το σχολείο και ετοίμαζε το φαγητό, ξεκουραζόταν γιατί διάβαζε μέχρι αργά το βράδυ γιατί φέτος θα έδινε για το πανεπιστήμιο.
Είχε χάσει την μητέρα της στην γέννα πριν από δεκαεφτά χρόνια και την μεγάλωνε μόνος του χωρίς καμία βοήθεια από κανέναν.
Στο τραπέζι είχε σκεπασμένο το φαγητό του όπως συνήθιζε καθημερινά, το ξεσκέπασε και κάθησε να το γευτεί, όταν πρόσεξε δίπλα στο πιάτο ένα μικρό κουτί δώρου.
Ξετύλιξε το δώρο.
Είχε μέσα ένα μαύρο ρολόι χειρός και μια κάρτα.
Την άνοιξε και διάβασε το περιεχομενο ενώ συγχρόνως σκούπιζε ξανά και ξανά τα μάτια του που δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν.
"Σήμερα είναι η γιορτή του πατέρα.
Κι εγώ έχω τον καλύτερο μπαμπά του κόσμου!
Χρόνια πολλά μπαμπά μου!!
Σου αγόρασα αυτό το ρολόι για να βλέπεις πάντα την ώρα για να γυρίσεις σπίτι που σε περιμένω!!
Σε αγαπώ πολύ!!!"

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Ένας ξαφνικός θάνατος



Η εκκλησία είχε πλημμυρίσει από κόσμο, περίεργο για καθημερινή μέρα, Τρίτη ήταν κι είχε μια ζέστη ανυπόφορη, ο ήλιος είχε την τιμητική του, έλαμπε και έκαιγε τόσο που θαρρείς και το έκανε επίτηδες.
    «Σαραντάρι θα χτυπήσει σήμερα»
 της είχε πει το πρωί ο άντρας της, μα εκείνη δεν απάντησε, φόρεσε βιαστικά ένα μαύρο παντελόνι κι ένα μαύρο μπλουζάκι και ύστερα ετοίμασε καφέ στο σέικερ για τον δρόμο, είχαν μία ώρα διαδρομή για να φτάσουν στον προορισμό τους, μία ώρα σχεδόν που εκείνος μιλούσε συνεχώς χωρίς να παίρνει ούτε μια λέξη απάντησης, συνέχιζε όμως να μιλά φροντίζοντας να μην αφήσει την σιωπή να φωλιάσει μέσα στο αμάξι όπως είχε φωλιάσει μέσα στα μάτια της.
Συνέχισε λοιπόν να μιλά πότε για τον καιρό, πότε για την κίνηση και ποτέ σε όλη την διαδρομή για τον τελικό προορισμό τους, ποτέ για το λόγο που έκαναν αυτή την πρωινή ξαφνική βόλτα.
   Ήταν περασμένες μία τα μεσάνυχτα
όταν χτύπησε το τηλέφωνο, αυτά τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα δεν είναι για καλό «Πέθανε ο Στέφανος» είπε μια απελπισμένη γυναικεία φωνή «Καρδιά» συμπλήρωσε στην ερώτηση «Από τι;» κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε η σιωπή, μία παγωμένη σιωπή, κι ένα παγωμένο βλέμμα που δεν έκλεισε μάτι μέχρι το πρωί, έμεινε εκεί να κοιτάζει όλη τη νύχτα το ταβάνι αναπνέοντας βαριά.

Δεν άναψε κερί μπαίνοντας στην εκκλησία, κατευθύνθηκε μηχανικά προς το φέρετρο που στεκόταν στη μέση της αίθουσας, ένα φέρετρο που είχε ήδη αγκαλιάσει μια λεπτή γυναικεία φιγούρα πνιγμένη στα δάκρυα, που μόνο όταν την είδε το άφησε για ένα λεπτό και χώθηκε στην αγκαλιά της φωνάζοντας «Τον έχασα, τον έχασα».
Δεν ανταπέδωσε το αγκάλιασμα, ούτε όμως και το απόφυγε, ούτε καν ψέλλισε ένα λόγο παρηγοριάς για να την ηρεμήσει, στεκόταν εκεί μετέωρη σαν ένα παγωμένο άκαρδο άγαλμα με το βλέμμα αφημένο πάνω στον νεκρό δίχως ίχνος συναισθήματος στο πρόσωπο της, ωσότου η γυναίκα ξεκόλλησε από πάνω της και ξανααγκαλιασε το φέρετρο κλαίγοντας με βοή που ράγιζε καρδιές.
Μόνο την δική της δε ράγιζε, κανείς δε μπορούσε να την ραγίσει.

«Πολύ συναισθηματική είσαι» άκουσε
την φωνή του Στέφανου να της ψιθυρίζει στο αυτί.
«Πρέπει να μάθεις να μην κλαίς με το παραμικρό, στη ζωή θα αντιμετωπίσεις πολλές δύσκολες στιγμές, αν κλαίς για το ασήμαντο, στα σημαντικά τι θα κάνεις;».
«Ποιο είναι το ασήμαντο; Αυτά που νιώθω; Που σπαράζει η ψυχή μου από πόνο, το λες ασήμαντο; Δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ για αυτό το λες! Πονάω, δε μπορείς να με νιώσεις, δε μπορείς αν δεν το ‘χεις περάσει».
«Ναι, έχεις την αποκλειστικότητα, μόνο εσύ έχεις ερωτευτεί, μόνο εσύ έχεις καρδιά, εμείς όλοι οι υπόλοιποι άκαρδοι, το ομολογώ».
«Δεν είπα ότι δεν έχεις καρδιά, είπα ότι δεν πόνεσες ποτέ όσο εγώ».
«Και ποιος μπορεί να ξέρει πόσο πονάει ο άλλος; Είναι μέτρο το δάκρυ;
Θα στο πω για πρώτη και τελευταία φορά μικρή μου κι αν θες πίστεψε με, υπάρχει ένας πόνος τόσο δυνατός που όταν σε αγγίζει παγώνει και τα δάκρυα και την καρδιά και σου εύχομαι να μην τον νιώσεις ποτέ σου».

   Η λειτουργία ήταν άκρως συγκινητική, ο ιερέας τελείωσε μιλώντας για το ήθος του εκλιπόντα, για την ενάρετη ζωή του, για την βοήθεια που πρόσφερε στους συγχωριανούς του, για τον καλό λόγο που είχε για όλους.
«Ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας φίλος, ένας σύζυγος, ένας πατέρας» κατέληξε και δεν υπήρχε ούτε ένας μέσα στο εκκλησίασμα που να μην δάκρυσε.
Ούτε ένας ; Όχι υπήρχε ένας.
Ένας που είχε έρθει η στιγμή να μάθει πως υπάρχει κι ένας πόνος που δεν βρίσκει διέξοδο από τα μάτια αλλά φυλακίζεται μέσα στην ψυχή και σε τρώει από μέσα.

Το νεκροταφείο δεν ήταν μακριά, μία απόσταση μικρή που ωστόσο κάτω από το βάρος της ψυχικής φόρτισης και από τον καυτό ήλιο φάνηκε ατελείωτη για όλους.
Το τελευταίο δράμα παίχτηκε πάνω από το μνήμα, οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί, τα τελευταία δάκρυα, που δεν θα ήταν ποτέ τα τελευταία για την οικογένεια του παρά μόνο για τους υπόλοιπους.
Ένας - ένας αποχαιρέτησαν τον νεκρό και πήραν το δρόμο για την αίθουσα όπου θα έπιναν τον πικρό καφέ της συγχώρεσης.
Κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα πρόσωπο που παρέμεινε εκεί, ίσως μόνο ο άντρας της που την κοίταξε για λίγο τρυφερά κι ύστερα της ψιθύρισε «Πάρε το χρόνο σου» κι έφυγε αφήνοντάς την, ξέροντας μέσα του ότι ακόμα κι αν της ζητούσε να έρθει μαζί του θα ήταν ανώφελο.
Όταν έφυγαν όλοι έσκυψε και κάθισε χάμω χαϊδεύοντας με την παλάμη της απαλά το χώμα σαν να μην ήθελε να τον ξυπνήσει.
«Δεν εκπληρώθηκε η ευχή σου φίλε μου» μονολόγησε «ξέρω πως μου την έδωσες με την καρδιά σου αλλά δεν πέτυχε, πονάω, τώρα ξέρω κάτι που δεν έπρεπε έτσι να το μάθω, ο πόνος του έρωτα και της σάρκας δεν είναι τίποτα μπροστά στον πόνο της ψυχής, όταν χάνεις την ψυχή σου ο πόνος δεν έχει μέτρο κι εσύ ήσουν η ψυχή μου».

Ο άντρας της κοίταζε συνέχεια την πόρτα της αίθουσας περιμένοντας τον ερχομό της, ο κόσμος σιγά σιγά έπινε τον καφέ του και έφευγε εκείνη όμως δεν έλεγε να γυρίσει, κάποια στιγμή σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μνήμα μην μπορώντας να περιμένει άλλο, όλοι σχεδόν είχαν ήδη φύγει.
Είδε από μακριά το κορμί της μπρούμητα ξαπλωμένο πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, έφτασε δίπλα της, την άγγιξε τρυφερά και χάιδεψε τα μαλλιά της.
«Έλα γλυκιά μου πρέπει να φύγουμε» της ψιθύρισε αλλά εκείνη δεν κινήθηκε.
Την σήκωσε με προσοχή στην αγκαλιά του κι αντίκρυσε το παγωμένο ίδιο βλέμμα που είχε από την προηγούμενη νύχτα, μόνο που τώρα δεν ήταν μόνο το βλέμμα της παγωμένο, αλλά ολόκληρο το κορμί της τόσο παγωμένο που έκανε αντίθεση με τον καυτό ήλιο που έλαμπε μέσα στα ορθάνοιχτα καταπράσινα μάτια της.